Μνησίλοχος
868 τί οὖν ἔτι ζῶ ;
Γυνὴ
τῶν κοράκων πονηρίᾳ .
Μνησίλοχος
869 ἀλλ’ ὥσπερ αἰκάλλει τι καρδίαν ἐμήν .
870 μὴ ψεῦσον Ζεῦ τῆς ἐπιούσης ἐλπίδος .
Εὐριπίδης
871 τίς τῶνδ’ ἐρυμνῶν δωμάτων ἔχει κράτος ,
872 ὅστις ξένους δέξαιτο ποντίῳ σάλῳ
873 κάμνοντας ἐν χειμῶνι καὶ ναυαγίαις ;
Μνησίλοχος
874 Πρωτέως τάδ’ ἐστὶ μέλαθρα .
Εὐριπίδης
ποίου Πρωτέως ;
Γυνὴ
875 τρισκακόδαιμον , ψεύδεται νὴ τὼ θεώ ,
876 ἐπεὶ τέθνηκε Πρωτέας ἔτη δέκα .
Εὐριπίδης
877 ποίαν δὲ χώραν εἰσεκέλσαμεν σκάφει ;
Μνησίλοχος
878 Αἴγυπτον .
Εὐριπίδης
δύστηνος οἷ πεπλώκαμεν .
Γυνὴ
879 πείθει τι τούτῳ τῷ κακῶς ἀπολουμένῳ
880 ληροῦντι λῆρον ; Θεσμοφορεῖον τουτογί .
Εὐριπίδης
881 αὐτὸς δὲ Πρωτεὺς ἔνδον ἔστ’ ’ξώπιος ;
Γυνὴ
882 οὐκ ἔσθ’ ὅπως οὐ ναυτιᾷς ἔτ’ ξένε ,
883 ὅστις γ’ ἀκούσας ὅτι τέθνηκε Πρωτέας
884 ἔπειτ’ ἐρωτᾷς " ἔνδον ἔστ’ ’ξώπιος ; "
Εὐριπίδης
885 αἰαῖ τέθνηκε . ποῦ δ’ ἐτυμβεύθη τάφῳ ;
Μνησίλοχος
886 τόδ’ ἐστὶν αὐτοῦ σῆμ’ , ἐφ’ καθήμεθα .
Γυνὴ
887 κακῶς τ’ ἄρ’ ἐξόλοιο κἀξολεῖ γέ τοι ,
888 ὅστις γε τολμᾷς σῆμα τὸν βωμὸν καλεῖν .
Εὐριπίδης
889 τί δὴ σὺ θάσσεις τάσδε τυμβήρεις ἕδρας