Μνησίλοχος
765 ἄγε δὴ τίς ἔσται μηχανὴ σωτηρίας ;
766 τίς πεῖρα , τίς ἐπίνοι’ ; μὲν γὰρ αἴτιος
767 κἄμ’ ἐσκυλίσας ἐς τοιαυτὶ πράγματα
768 οὐ φαίνεταί πω . φέρε τίν’ οὖν ἂν ἄγγελον
769 πέμψαιμ’ ἐπ’ αὐτόν ; οἶδ’ ἐγὼ καὶ δὴ πόρον
770 ἐκ τοῦ Παλαμήδους · ὡς ἐκεῖνος , τὰς πλάτας
771 ῥίψω γράφων . ἀλλ’ οὐ πάρεισιν αἱ πλάται .
772 πόθεν οὖν γένοιντ’ ἄν μοι πλάται πόθεν ; πόθεν ;
773 τί δ’ ἂν εἰ ταδὶ τἀγάλματ’ ἀντὶ τῶν πλατῶν
774 γράφων διαρρίπτοιμι ; βέλτιον πολύ .
775 ξύλον γέ τοι καὶ ταῦτα κἀκεῖν’ ἦν ξύλον .
776 χεῖρες ἐμαὶ
777 ἐγχειρεῖν χρῆν ἔργῳ πορίμῳ .
778 ἄγε δὴ πινάκων ξεστῶν δέλτοι ,
779 δέξασθε σμίλης ὁλκοὺς
780 κήρυκας ἐμῶν μόχθων · οἴμοι
781 τουτὶ τὸ ῥῶ μοχθηρόν ·
782 χώρει χώρει . ποίαν αὔλακα ;
783 βάσκετ’ ἐπείγετε πάσας καθ’ ὁδοὺς
784 κείνᾳ ταύτᾳ · ταχέως χρή .