Γυνὴ
748 ἀλλ’ ἀπόδος αὐτό .
Μνησίλοχος
μὰ τὸν Ἀπόλλω τουτονί .
Γυνὴ
749 ἐμπρήσομεν τοίνυν σε .
Μνησίλοχος
πάνυ γ’ ἐμπίμπρατε ·
750 αὕτη δ’ ἀποσφαγήσεται μάλ’ αὐτίκα .
Γυνὴ
751 μὴ δῆθ’ , ἱκετεύω σ’ · ἀλλ’ ἔμ’ τι χρῄζεις ποίει
752 ὑπέρ γε τούτου .
Μνησίλοχος
φιλότεκνός τις εἶ φύσει .
753 ἀλλ’ οὐδὲν ἧττον ἥδ’ ἀποσφαγήσεται
Γυνὴ
754 οἴμοι τέκνον . δός μοι σφαγεῖον Μανία ,
755 ἵν’ οὖν τό γ’ αἷμα τοῦ τέκνου τοὐμοῦ λάβω .
Μνησίλοχος
756 ὕπεχ’ αὐτό , χαριοῦμαι γὰρ ἕν γε τοῦτό σοι .
Γυνὴ
757 κακῶς ἀπόλοι’ , ὡς φθονερὸς εἶ καὶ δυσμενής .
Μνησίλοχος
758 τουτὶ τὸ δέρμα τῆς ἱερείας γίγνεται .
Γυνὴ
759 τί τῆς ἱερείας γίγνεται ;
Μνησίλοχος
τουτί . λαβέ .
Γυνὴ
760 ταλαντάτη Μίκκα τίς ἐξεκόρησέ σε ;
762 πανοῦργος οὗτος . ἀλλ’ ἐπειδήπερ πάρει ,
763 φύλαξον αὐτόν , ἵνα λαβοῦσα Κλεισθένη
764 τοῖσιν πρυτάνεσιν πεποίηχ’ οὗτος φράσω .