Μνησίλοχος
558 ὥς τ’ αὖ τὰ κρέ’ ἐξ Ἀπατουρίων ταῖς μαστροποῖς διδοῦσαι
559 ἔπειτα τὴν γαλῆν φαμεν
Γυνὴ
τάλαιν’ ἐγώ · φλυαρεῖς .
Μνησίλοχος
560 οὐδ’ ὡς τὸν ἄνδρα τῷ πελέκει γυνὴ κατεσπόδησεν ,
561 οὐκ εἶπον · οὐδ’ ὡς φαρμάκοις ἑτέρα τὸν ἄνδρ’ ἔμηνεν ,
562 οὐδ’ ὡς ὑπὸ τῇ πυέλῳ κατώρυξέν ποτ’
Γυνὴ
ἐξόλοιο .
Μνησίλοχος
563 ἁχαρνικὴ τὸν πατέρα .
Γυνὴ
ταυτὶ δῆτ’ ἀνέκτ’ ἀκούειν ;
Μνησίλοχος
564 οὐδ’ ὡς σὺ τῆς δούλης τεκούσης ἄρρεν εἶτα σαυτῇ
565 τοῦθ’ ὑπεβάλου , τὸ σὸν δὲ θυγάτριον παρῆκας αὐτῇ .
Γυνὴ
566 οὔ τοι μὰ τὼ θεὼ σὺ καταπροίξει λέγουσα ταυτί ,
567 ἀλλ’ ἐκποκιῶ σου τὰς ποκάδας .
Μνησίλοχος
οὐ δὴ μὰ Δία σύ γ’ ἅψει .
Γυνὴ
568 καὶ μὴν ἰδού .
Μνησίλοχος
καὶ μὴν ἰδού .
Γυνὴ
λαβὲ θοἰμάτιον Φιλίστη .
Μνησίλοχος
569 πρόσθες μόνον , κἀγώ σε νὴ τὴν Ἄρτεμιν
Γυνὴ
τί δράσεις ;
Μνησίλοχος
570 τὸν σησαμοῦνθ’ ὃν κατέφαγες , τοῦτον χεσεῖν ποιήσω .
Χορός
571 παύσασθε λοιδορούμεναι · καὶ γὰρ γυνή τις ἡμῖν
572 ἐσπουδακυῖα προστρέχει . πρὶν οὖν ὁμοῦ γενέσθαι ,
573 σιγᾶθ’ , ἵν’ αὐτῆς κοσμίως πυθώμεθ’ ἅττα λέξει .