Μνησίλοχος
466 τὸ μὲν γυναῖκες ὀξυθυμεῖσθαι σφόδρα
467 Εὐριπίδῃ , τοιαῦτ’ ἀκουούσας κακά ,
468 οὐ θαυμάσιόν ἐστ’ , οὐδ’ ἐπιζεῖν τὴν χολήν .
469 καὐτὴ γὰρ ἔγωγ’ , οὕτως ὀναίμην τῶν τέκνων ,
470 μισῶ τὸν ἄνδρ’ ἐκεῖνον , εἰ μὴ μαίνομαι .
471 ὅμως δ’ ἐν ἀλλήλαισι χρὴ δοῦναι λόγον ·
472 αὐταὶ γάρ ἐσμεν , κοὐδεμί’ ἔκφορος λόγου .
473 τί ταῦτ’ ἔχουσαι ’κεῖνον αἰτιώμεθα
474 βαρέως τε φέρομεν , εἰ δύ’ ἡμῶν τρία
475 κακὰ ξυνειδὼς εἶπε δρώσας μυρία ;
476 ἐγὼ γὰρ αὐτὴ πρῶτον , ἵνα μἄλλην λέγω ,
477 ξύνοιδ’ ἐμαυτῇ πολλὰ δείν’ · ἐκεῖνο δ’ οὖν
478 δεινότατον , ὅτε νύμφη μὲν ἦν τρεῖς ἡμέρας ,
479 δ’ ἀνὴρ παρ’ ἐμοὶ καθηῦδεν · ἦν δέ μοι φίλος ,
480 ὅσπερ με διεκόρησεν οὖσαν ἑπτέτιν .
481 οὖτος πόθῳ μου ’κνυεν ἐλθὼν τὴν θύραν ·
482 κᾆτ’ εὐφὺς ἔγνων · εἶτα καταβαίνω λάθρᾳ .
483 δ’ ἀνὴρ ἐρωτᾷ " ποῖ σὺ καταβαίνεις " ; " ὅποι ; "
484 " στρόφος μ’ ἔχει τὴν γαστέρ ὦνερ κὠδύνη · "
485 " ἐς τὸν κοπρῶν’ οὖν ἔρχομαι . " " βάδιζέ νυν · "
486 κᾆθ’ μὲν ἔτριβε κεδρίδας ἄννηθον σφάκον ·
487 ἐγὼ δὲ καταχέασα τοῦ στροφέως ὕδωρ
488 ἐξῆλθον ὡς τὸν μοιχόν · εἶτ’ ἠρειδόμην
489 παρὰ τὸν Ἀγυιᾶ κύβδ’ ἐχομένη τῆς δάφνης .
490 ταῦτ’ οὐδεπώποτ’ εἶφ’ , ὁρᾶτ’ , Εὐριπίδης ·
491 οὐδ’ ὡς ὑπὸ τῶν δούλων τε κὠρεωκόμων
492 σποδούμεθ’ , ἢν μὴ ’χωμεν ἕτερον , οὐ λέγει ·
493 οὐδ’ ὡς ὅταν μάλισθ’ ὑπό του ληκώμεθα
494 τὴν νύχθ’ , ἕωθεν σκόροδα διαμασώμεθα ,
495 ἵν’ ὀσφρόμενος ἁνὴρ ἀπὸ τείχους εἰσιὼν
496 μηδὲν κακὸν δρᾶν ὑποτοπῆται . ταῦθ’ , ὁρᾷς ,
497 οὐπώποτ’ εἶπεν . εἰ δὲ Φαίδραν λοιδορεῖ ,
498 ἡμῖν τί τοῦτ’ ἔστ’ ; οὐδ’ ἐκεῖν’ εἴρηκέ πω ,
499 ὡς γυνὴ δεικνῦσα τἀνδρὶ τοὔγκυκλον
500 ὑπ’ αὐγὰς οἷόν ἐστιν , ἐγκεκαλυμμένον
501 τὸν μοιχὸν ἐξέπεμψεν , οὐκ εἴρηκέ πω .
502 ἑτέραν δ’ ἐγᾦδ’ ’φασκεν ὠδίνειν γυνὴ
503 δέχ’ ἡμέρας , ἔως ἐπρίατο παιδίον ·
504 δ’ ἀνὴρ περιέτρεχ’ ὠκυτόκι’ ὠνούμενος ·
505 τὸ δ’ εἰσέφερε γραῦς ἐν χύτρᾳ τὸ παιδίον ,
506 ἵνα μὴ βό η , κηρίῳ βεβυσμένον ·
507 εἶθ’ ὡς ἔνευσεν φέρουσ’ , εὐθὺς βοᾷ ,
508 " ἄπελθ’ ἄπελθ’ , ἤδη γὰρ ὦνέρ μοι δοκῶ "
509 " τέξειν . " τὸ γὰρ ἦτρον τῆς χύτρας ἐλάκτισεν ·
510 χὠ μὲν γεγηθὼς ἔτρεχεν , δ’ ἐξέσπασεν
511 ἐκ τοῦ στόματος τοῦ παιδίου , τὸ δ’ ἀνέκραγεν .
512 εἶθ’ μιαρὰ γραῦς , ’φερεν τὸ παιδίον ,
513 θεῖ μειδιῶσα πρὸς τὸν ἄνδρα καὶ λέγει ,
514 " λέων λέων σοι γέγονεν , αὔτ’ ἔκμαγμα σόν , "
515 " τά τ’ ἄλλ’ ἁπαξάπαντα καὶ τὸ πόσθιον "
516 " τῷ σῷ προσόμοιον , στρεβλὸν ὥσπερ κύτταρον . "
517 ταῦτ’ οὐ ποιοῦμεν τὰ κακά ; νὴ τὴν Ἄρτεμιν
518 ἡμεῖς γε . κᾆτ’ Εὐριπίδῃ θυμούμεθα ,
519 οὐδὲν παθοῦσαι μεῖζον δεδράκαμεν ;