Τρυγαῖος
289 νῦν τοῦτ’ ἐκεῖν’ ἥκει τὸ Δάτιδος μέλος ,
290 δεφόμενός ποτ’ ᾖδε τῆς μεσημβρίας ,
291 " ὡς ἥδομαι καὶ χαίρομαι κεὐφραίνομαι . "
292 νῦν ἐστιν ἡμῖν ὦνδρες Ἕλληνες καλὸν
293 ἀπαλλαγεῖσι πραγμάτων τε καὶ μαχῶν
294 ἐξελκύσαι τὴν πᾶσιν Εἰρήνην φίλην ,
295 πρὶν ἕτερον αὖ δοίδυκα κωλῦσαί τινα .
296 ἀλλ’ γεωργοὶ κἄμποροι καὶ τέκτονες
297 καὶ δημιουργοὶ καὶ μέτοικοι καὶ ξένοι
298 καὶ νησιῶται , δεῦρ’ ἴτ’ πάντες λεῴ ,
299 ὡς τάχιστ’ ἄμας λαβόντες καὶ μοχλοὺς καὶ σχοινία ·
300 νῦν γὰρ ἡμῖν ἁρπάσαι πάρεστιν ἀγαθοῦ δαίμονος .
Χορός
301 δεῦρο πᾶς χώρει προθύμως εὐθὺ τῆς σωτηρίας .
302 Πανέλληνες βοηθήσωμεν , εἴπερ πώποτε ,
303 τάξεων ἀπαλλαγέντες καὶ κακῶν φοινικικῶν ·
304 ἡμέρα γὰρ ἐξέλαμψεν ἥδε μισολάμαχος .
305 πρὸς τάδ’ ἡμῖν , εἴ τι χρὴ δρᾶν , φράζε κἀρχιτεκτόνει ·
306 οὐ γὰρ ἔσθ’ ὅπως ἀπειπεῖν ἂν δοκῶ μοι τήμερον ,
307 πρὶν μοχλοῖς καὶ μηχαναῖσιν ἐς τὸ φῶς ἀνελκύσαι
308 τὴν θεῶν πασῶν μεγίστην καὶ φιλαμπελωτάτην .
Τρυγαῖος
309 οὐ σιωπήσεσθ’ , ὅπως μὴ περιχαρεῖς τῷ πράγματι
310 τὸν Πόλεμον ἐκζωπυρήσετ’ ἔνδοθεν κεκραγότες ;