Κινησίας
998 ἀπὸ Πανός ;
Κῆρυξ
οὔκ , ἀλλ’ ἆρχεν οἰῶ Λαμπιτώ ,
999 ἔπειτα τἄλλαι ταὶ κατὰ Σπάρταν ἅμα
1000 γυναῖκες ᾇπερ ἀπὸ μιᾶς ὑσπλαγίδος
1001 ἀπήλααν τὼς ἄνδρας ἀπὸ τῶν ὑσσάκων .
Κινησίας
1002 πῶς οὖν ἔχετε ;
Κῆρυξ
μογίομες . ἂν γὰρ τὰν πόλιν
1003 ᾇπερ λυχνοφορίοντες ἐπικεκύφαμες .
1004 ταὶ γὰρ γυναῖκες οὐδὲ τῶ μύρτω σιγεῖν
1005 ἐῶντι , πρίν γ’ ἅπαντες ἐξ ἑνὸς λόγω
1006 σπονδὰς ποιησώμεσθα ποττὰν Ἑλλάδα .
Κινησίας
1007 τουτὶ τὸ πρᾶγμα πανταχόθεν ξυνομώμοται
1008 ὑπὸ τῶν γυναικῶν · ἄρτι νυνὶ μανθάνω .
1009 ἀλλ’ ὡς τάχιστα φράζε περὶ διαλλαγῶν
1010 αὐτοκράτορας πρέσβεις ἀποπέμπειν ἐνθαδί .
1011 ἐγὼ δ’ ἑτέρους ἐνθένδε τῇ βουλῇ φράσω
1012 πρέσβεις ἑλέσθαι τὸ πέος ἐπιδείξας τοδί .
Κῆρυξ
1013 ποτάομαι · κράτιστα γὰρ παντᾷ λέγεις .
Χορὸς
1014 οὐδέν ἐστι θηρίον γυναικὸς ἀμαχώτερον ,
1015 οὐδὲ πῦρ , οὐδ’ ὧδ’ ἀναιδὴς οὐδεμία πόρδαλις .
1016 ταῦτα μέντοι σὺ ξυνιεὶς εἶτα πολεμεῖς ἐμοί ,
1017 ἐξὸν πόνηρε σοὶ βέβαιον ἔμ’ ἔχειν φίλην ;
1018 ὡς ἐγὼ μισῶν γυναῖκας οὐδέποτε παύσομαι .