Χορὸς
683 εἰ νὴ τὼ θεώ με ζωπυρήσεις ,
684 λύσω τὴν ἐμαυτῆς ὗν ἐγὼ δή , καὶ ποιήσω
685 τήμερον τοὺς δημότας βωστρεῖν σ’ ἐγὼ πεκτούμενον .
686 ἀλλὰ χἠμεῖς γυναῖκες θᾶττον ἐκδυώμεθα ,
687 ὡς ἂν ὄζωμεν γυναικῶν αὐτοδὰξ ὠργισμένων .
688 νῦν πρὸς ἔμ’ ἴτω τις , ἵνα μή ποτε φάγῃ σκόροδα , μηδὲ
690 κυάμους μέλανας .
691 ὡς εἰ καὶ μόνον κακῶς ἐρεῖς , ὑπερχολῶ γάρ ,
695 αἰετὸν τίκτοντα κάνθαρός σε μαιεύσομαι .
696 οὐ γὰρ ὑμῶν φροντίσαιμ’ ἄν , ἢν ἐμοὶ ζῇ Λαμπιτὼ
697 τε Θηβαία φίλη παῖς εὐγενὴς Ἰσμηνία .
698 οὐ γὰρ ἔσται δύναμις , οὐδ’ ἢν ἑπτάκις σὺ ψηφίσῃ ,
699 ὅστις δύστην’ ἀπήχθου πᾶσι καὶ τοῖς γείτοσιν .
700 ὥστε κἀχθὲς θἠκάτῃ ποιοῦσα παιγνίαν ἐγὼ
701 τοῖσι παισὶ τὴν ἑταίραν ἐκάλεσ’ ἐκ τῶν γειτόνων ,
702 παῖδα χρηστὴν κἀγαπητὴν ἐκ Βοιωτῶν ἔγχελυν ·
703 οἱ δὲ πέμψειν οὐκ ἔφασκον διὰ τὰ σὰ ψηφίσματα .
704 κοὐχὶ μὴ παύσησθε τῶν ψηφισμάτων τούτων , πρὶν ἂν
705 τοῦ σκέλους ὑμᾶς λαβών τις ἐκτραχηλίσῃ φέρων .
706 ἄνασσα πράγους τοῦδε καὶ βουλεύματος ,
707 τί μοι σκυθρωπὸς ἐξελήλυθας δόμων ;