Ἀλλαντοπώλης
847 ἐπίσχες ἐν ταῖς ἀσπίσιν · λαβὴν γὰρ ἐνδέδωκας .
848 οὐ γάρ σ’ ἐχρῆν , εἴπερ φιλεῖς τὸν δῆμον , ἐκ προνοίας
849 ταύτας ἐᾶν αὐτοῖσι τοῖς πόρπαξιν ἀνατεθῆναι .
850 ἀλλ’ ἐστὶ τοῦτ’ Δῆμε μηχάνημ’ , ἵν’ ἢν σὺ βούλῃ
851 τὸν ἄνδρα κολάσαι τουτονί , σοὶ τοῦτο μὴ κ’γένηται .
852 ὁρᾷς γὰρ αὐτῷ στῖφος οἷόν ἐστι βυρσοπωλῶν
853 νεανιῶν · τούτους δὲ περιοικοῦσι μελιτοπῶλαι
854 καὶ τυροπῶλαι · τοῦτο δ’ εἰς ἕν ἐστι συγκεκυφός ,
855 ὥστ’ εἰ σὺ βριμήσαιο καὶ βλέψειας ὀστρακίνδα ,
856 νύκτωρ καθαρπάσαντες ἂν τὰς ἀσπίδας θέοντες
857 τὰς ἐσβολὰς τῶν ἀλφίτων ἂν καταλάβοιεν ἡμῶν .
Δῆμος
858 οἴμοι τάλας · ἔχουσι γὰρ πόρπακας ; πόνηρε
859 ὅσον με παρεκόπτου χρόνον τοιαῦτα κρουσιδημῶν .
Κλέων
860 δαιμόνιε μὴ τοῦ λέγοντος ἴσθι , μηδ’ οἰηθῇς
861 ἐμοῦ ποθ’ εὑρήσειν φίλον βελτίον’ · ὅστις εἷς ὢν
862 ἔπαυσα τοὺς ξυνωμότας , καί μ’ οὐ λέληθεν οὐδὲν
863 ἐν τῇ πόλει ξυνιστάμενον , ἀλλ’ εὐθέως κέκραγα .