Εὐριπίδης
1119 καὶ μὴν ἐπ’ αὐτοὺς τοὺς προλόγους σου τρέψομαι ,
1120 ὅπως τὸ πρῶτον τῆς τραγῳδίας μέρος
1121 πρώτιστον αὐτοῦ βασανιῶ τοῦ δεξιοῦ .
1122 ἀσαφὴς γὰρ ἦν ἐν τῇ φράσει τῶν πραγμάτων .
Διόνυσος
1123 καὶ ποῖον αὐτοῦ βασανιεῖς ;
Εὐριπίδης
πολλοὺς πάνυ .
1124 πρῶτον δέ μοι τὸν ἐξ Ὀρεστείας λέγε .
Διόνυσος
1125 ἄγε δὴ σιώπα πᾶς ἀνήρ . λέγ’ Αἰσχύλε .
Αἰσχύλος
1126 ʹ Ἑρμῆ χθόνιε πατρῷ’ ἐποπτεύων κράτη ,
1127 σωτὴρ γενοῦ μοι σύμμαχός τ’ αἰτουμένῳ .
1128 ἥκω γὰρ ἐς γῆν τήνδε καὶ κατέρχομαι . ʹ
Διόνυσος
1129 τούτων ἔχεις ψέγειν τι ;
Εὐριπίδης
πλεῖν δώδεκα .
Διόνυσος
1130 ἀλλ’ οὐδὲ πάντα ταῦτά γ’ ἔστ’ ἀλλ’ τρία .
Εὐριπίδης
1131 ἔχει δ’ ἕκαστον εἴκοσίν γ’ ἁμαρτίας .
Διόνυσος
1132 Αἰσχύλε παραινῶ σοι σιωπᾶν · εἰ δὲ μή ,
1133 πρὸς τρισὶν ἰαμβείοισι προσοφείλων φανεῖ .
Αἰσχύλος
1134 ἐγὼ σιωπῶ τῷδ’ ;
Διόνυσος
ἐὰν πείθῃ γ’ ἐμοί .
Εὐριπίδης
1135 εὐθὺς γὰρ ἡμάρτηκεν οὐράνιόν γ’ ὅσον .
Αἰσχύλος
1136 ὁρᾷς ὅτι ληρεῖς ;
Διόνυσος
ἀλλ’ ὀλίγον γέ μοι μέλει .
Αἰσχύλος
1137 πῶς φῄς μ’ ἁμαρτεῖν ;
Εὐριπίδης
αὖθις ἐξ ἀρχῆς λέγε .
Αἰσχύλος
1138 ʹ Ἑρμῆ χθόνιε πατρῷ’ ἐποπτεύων κράτη . ʹ
Εὐριπίδης
1139 οὔκουν Ὀρέστης τοῦτ’ ἐπὶ τῷ τύμβῳ λέγει