Χορός
992 τάδε μὲν λεύσσεις φαίδιμ’ Ἀχιλλεῦ ·
993 σὺ δὲ τί φέρε πρὸς ταῦτα λέξεις ;
994 μόνον ὅπως [ ... ]
994b μή σ’ θυμὸς ἁρπάσας
995 ἐκτὸς οἴσει τῶν ἐλαῶν ·
996 δεινὰ γὰρ κατηγόρηκεν .
997 ἀλλ’ ὅπως γεννάδα
998 μὴ πρὸς ὀργὴν ἀντιλέξεις ,
999 ἀλλὰ συστείλας ἄκροισι
1000 χρώμενος τοῖς ἱστίοις ,
1001 εἶτα μᾶλλον μᾶλλον ἄξεις
1002 καὶ φυλάξεις ,
1003 ἡνίκ’ ἂν τὸ πνεῦμα λεῖον
1003b καὶ καθεστηκὸς λάβῃς .
Διόνυσος
1004 ἀλλ’ πρῶτος τῶν Ἑλλήνων πυργώσας ῥήματα σεμνὰ
1005 καὶ κοσμήσας τραγικὸν λῆρον , θαρρῶν τὸν κρουνὸν ἀφίει .
Αἰσχύλος
1006 θυμοῦμαι μὲν τῇ ξυντυχίᾳ , καὶ μου τὰ σπλάγχν’ ἀγανακτεῖ ,
1007 εἰ πρὸς τοῦτον δεῖ μ’ ἀντιλέγειν · ἵνα μὴ φάσκῃ δ’ ἀπορεῖν με ,
1008 ἀπόκριναί μοι , τίνος οὕνεκα χρὴ θαυμάζειν ἄνδρα ποιητήν ;
Εὐριπίδης
1009 δεξιότητος καὶ νουθεσίας , ὅτι βελτίους τε ποιοῦμεν
1010 τοὺς ἀνθρώπους ἐν ταῖς πόλεσιν .
Αἰσχύλος
τοῦτ’ οὖν εἰ μὴ πεποίηκας ,
1011 ἀλλ’ ἐκ χρηστῶν καὶ γενναίων μοχθηροτάτους ἀπέδειξας ,
1012 τί παθεῖν φήσεις ἄξιος εἶναι ;
Διόνυσος
τεθνάναι · μὴ τοῦτον ἐρώτα .