Διόνυσος
851 ἐπίσχες οὗτος πολυτίμητ’ Αἰσχύλε .
852 ἀπὸ τῶν χαλαζῶν δ’ πόνηρ’ Εὐριπίδη
853 ἄναγε σεαυτὸν ἐκποδών , εἰ σωφρονεῖς ,
854 ἵνα μὴ κεφαλαίῳ τὸν κρόταφόν σου ῥήματι
855 θενὼν ὑπ’ ὀργῆς ἐκχέῃ τὸν Τήλεφον ·
856 σὺ δὲ μὴ πρὸς ὀργὴν Αἰσχύλ’ ἀλλὰ πρᾳόνως
857 ἔλεγχ’ ἐλέγχου · λοιδορεῖσθαι δ’ οὐ πρέπει
858 ἄνδρας ποιητὰς ὥσπερ ἀρτοπώλιδας .
859 σὺ δ’ εὐθὺς ὥσπερ πρῖνος ἐμπρησθεὶς βοᾷς .
Εὐριπίδης
860 ἕτοιμός εἰμ’ ἔγωγε , κοὐκ ἀναδύομαι ,
861 δάκνειν δάκνεσθαι πρότερος , εἰ τούτῳ δοκεῖ ,
862 τἄπη , τὰ μέλη , τὰ νεῦρα τῆς τραγῳδίας ,
863 καὶ νὴ Δία τὸν Πηλέα γε καὶ τὸν Αἴολον
864 καὶ τὸν Μελέαγρον κἄτι μάλα τὸν Τήλεφον .
Διόνυσος
865 τί δαὶ σὺ βουλεύει ποιεῖν ; λέγ’ Αἰσχύλε .
Αἰσχύλος
866 ἐβουλόμην μὲν οὐκ ἐρίζειν ἐνθάδε ·
867 οὐκ ἐξ ἴσου γάρ ἐστιν ἁγὼν νῷν .
Διόνυσος
τί δαί ;
Αἰσχύλος
868 ὅτι ποίησις οὐχὶ συντέθνηκέ μοι ,
869 τούτῳ δὲ συντέθνηκεν , ὥσθ’ ἕξει λέγειν .
870 ὅμως δ’ ἐπειδή σοι δοκεῖ , δρᾶν ταῦτα χρή .