Διόνυσος
832 Αἰσχύλε τί σιγᾷς ; αἰσθάνει γὰρ τοῦ λόγου .
Εὐριπίδης
833 ἀποσεμνυνεῖται πρῶτον , ἅπερ ἑκάστοτε
834 ἐν ταῖς τραγῳδίαισιν ἐτερατεύετο .
Διόνυσος
835 δαιμόνι’ ἀνδρῶν μὴ μεγάλα λίαν λέγε .
Εὐριπίδης
836 ἐγᾦδα τοῦτον καὶ διέσκεμμαι πάλαι ,
837 ἄνθρωπον ἀγριοποιὸν αὐθαδόστομον ,
838 ἔχοντ’ ἀχάλινον ἀκρατὲς ἀπύλωτον στόμα ,
839 ἀπεριλάλητον κομποφακελορρήμονα .
Αἰσχύλος
840 ἄληθες παῖ τῆς ἀρουραίας θεοῦ ;
841 σὺ δή με ταῦτ’ στωμυλιοσυλλεκτάδη
842 καὶ πτωχοποιὲ καὶ ῥακιοσυρραπτάδη ;
843 ἀλλ’ οὔ τι χαίρων αὔτ’ ἐρεῖς .
Διόνυσος
παῦ’ Αἰσχύλε ,
844 καὶ μὴ πρὸς ὀργὴν σπλάγχνα θερμήνῃς κότῳ .
Αἰσχύλος
845 οὐ δῆτα πρίν γ’ ἂν τοῦτον ἀποφήνω σαφῶς
846 τὸν χωλοποιὸν οἷος ὢν θρασύνεται .
Διόνυσος
847 ἄρν’ ἄρνα μέλανα παῖδες ἐξενέγκατε ·
848 τυφὼς γὰρ ἐκβαίνειν παρασκευάζεται .
Αἰσχύλος
849 Κρητικὰς μὲν συλλέγων μονῳδίας ,
850 γάμους δ’ ἀνοσίους ἐσφέρων ἐς τὴν τέχνην .