Ἄιακος
738 νὴ τὸν Δία τὸν σωτῆρα γεννάδας ἀνὴρ
739 δεσπότης σου .
Ξανθίας
πῶς γὰρ οὐχὶ γεννάδας ,
740 ὅστις γε πίνειν οἶδε καὶ βινεῖν μόνον ;
Ἄιακος
741 τὸ δὲ μὴ πατάξαι σ’ ἐξελεγχθέντ’ ἄντικρυς ,
742 ὅτι δοῦλος ὢν ἔφασκες εἶναι δεσπότης .
Ξανθίας
743 ᾤμωξε μέντἄν .
Ἄιακος
τοῦτο μέντοι δουλικὸν
744 εὐθὺς πεποίηκας , ὅπερ ἐγὼ χαίρω ποιῶν .
Ξανθίας
745 χαίρεις , ἱκετεύω ;
Ἄιακος
μἀλλ’ ἐποπτεύειν δοκῶ ,
746 ὅταν καταράσωμαι λάθρᾳ τῷ δεσπότῃ .
Ξανθίας
747 τί δὲ τονθορύζων , ἡνίκ’ ἂν πληγὰς λαβὼν
748 πολλὰς ἀπίῃς θύραζε ;
Ἄιακος
καὶ τοῦθ’ ἥδομαι .
Ξανθίας
749 τί δὲ πολλὰ πράττων ;
Ἄιακος
ὡς μὰ Δί’ οὐδὲν οἶδ’ ἐγώ .
Ξανθίας
750 ὁμόγνιε Ζεῦ · καὶ παρακούων δεσποτῶν
751 ἅττ’ ἂν λαλῶσι ;
Ἄιακος
μἀλλὰ πλεῖν μαίνομαι .
Ξανθίας
752 τί δὲ τοῖς θύραζε ταῦτα καταλαλῶν ;
Ἄιακος
ἐγώ ;
753 μὰ Δί’ ἀλλ’ ὅταν δρῶ τοῦτο , κἀκμιαίνομαι .
Ξανθίας
754 Φοῖβ’ Ἄπολλον ἔμβαλέ μοι τὴν δεξιάν ,
755 καὶ δὸς κύσαι καὐτὸς κύσον , καί μοι φράσον
756 πρὸς Διός , ὃς ἡμῖν ἐστιν ὁμομαστιγίας ,
757 τίς οὗτος οὕνδον ἐστὶ θόρυβος καὶ βοὴ