Ξανθίας
272 ἰαῦ .
Διόνυσος
βάδιζε δεῦρο .
Ξανθίας
χαῖρ’ δέσποτα .
Διόνυσος
273 τί ἔστι τἀνταυθοῖ ;
Ξανθίας
σκότος καὶ βόρβορος .
Διόνυσος
274 κατεῖδες οὖν που τοὺς πατραλοίας αὐτόθι
275 καὶ τοὺς ἐπιόρκους , οὓς ἔλεγεν ἡμῖν ;
Ξανθίας
σὺ δ’ οὔ ;
Διόνυσος
276 νὴ τὸν Ποσειδῶ ’γωγε , καὶ νυνί γ’ ὁρῶ .
277 ἄγε δὴ τί δρῶμεν ;
Ξανθίας
προϊέναι βέλτιστα νῷν ,
278 ὡς οὗτος τόπος ἐστὶν οὗ τὰ θηρία
279 τὰ δείν’ ἔφασκ’ ἐκεῖνος .
Διόνυσος
ὡς οἰμώξεται .
280 ἠλαζονεύεθ’ ἵνα φοβηθείην ἐγώ ,
281 εἰδώς με μάχιμον ὄντα φιλοτιμούμενος .
282 οὐδὲν γὰρ οὕτω γαῦρόν ἐσθ’ ὡς Ἡρακλῆς .
283 ἐγὼ δέ γ’ εὐξαίμην ἂν ἐντυχεῖν τινι
284 λαβεῖν τ’ ἀγώνισμ’ ἄξιόν τι τῆς ὁδοῦ .
Ξανθίας
285 νὴ τὸν Δία καὶ μὴν αἰσθάνομαι ψόφου τινός .
Διόνυσος
286 ποῦ ποῦ ’στιν ;
Ξανθίας
ἐξόπισθεν .
Διόνυσος
ἐξόπισθ’ ἴθι .
Ξανθίας
287 ἀλλ’ ἐστὶν ἐν τῷ πρόσθε .
Διόνυσος
πρόσθε νυν ἴθι .
Ξανθίας
288 καὶ μὴν ὁρῶ νὴ τὸν Δία θηρίον μέγα .
Διόνυσος
289 ποῖόν τι ;
Ξανθίας
δεινόν · παντοδαπὸν γοῦν γίγνεται
290 τοτὲ μέν γε βοῦς , νυνὶ δ’ ὀρεύς , τοτὲ δ’ αὖ γυνὴ