Ἡρακλῆς
154 ἐντεῦθεν αὐλῶν τίς σε περίεισιν πνοή ,
155 ὄψει τε φῶς κάλλιστον ὥσπερ ἐνθάδε ,
156 καὶ μυρρινῶνας καὶ θιάσους εὐδαίμονας
157 ἀνδρῶν γυναικῶν καὶ κρότον χειρῶν πολύν .
Διόνυσος
158 οὗτοι δὲ δὴ τίνες εἰσίν ;
Ἡρακλῆς
οἱ μεμυημένοι
Ξανθίας
159 νὴ τὸν Δί’ ἐγὼ γοῦν ὄνος ἄγω μυστήρια .
160 ἀτὰρ οὐ καθέξω ταῦτα τὸν πλείω χρόνον .
Ἡρακλῆς
161 οἵ σοι φράσουσ’ ἁπαξάπανθ’ ὧν ἂν δέῃ .
162 οὗτοι γὰρ ἐγγύτατα παρ’ αὐτὴν τὴν ὁδὸν
163 ἐπὶ ταῖσι τοῦ Πλούτωνος οἰκοῦσιν θύραις .
164 καὶ χαῖρε πόλλ’ ὦδελφέ .
Διόνυσος
νὴ Δία καὶ σύ γε
165 ὑγίαινε . σὺ δὲ τὰ στρώματ’ αὖθις λάμβανε .
Ξανθίας
166 πρὶν καὶ καταθέσθαι ;
Διόνυσος
καὶ ταχέως μέντοι πάνυ .
Ξανθίας
167 μὴ δῆθ’ , ἱκετεύω σ’ , ἀλλὰ μίσθωσαί τινα
168 τῶν ἐκφερομένων , ὅστις ἐπὶ τοῦτ’ ἔρχεται .
Διόνυσος
169 ἐὰν δὲ μὴ εὕρω ;
Ξανθίας
τότε μ’ ἄγειν .
Διόνυσος
καλῶς λέγεις .
170 καὶ γάρ τιν’ ἐκφέρουσι τουτονὶ νεκρόν ,
171 οὗτος , σὲ λέγω μέντοι , σὲ τὸν τεθνηκότα ·
172 ἄνθρωπε βούλει σκευάρι’ εἰς Ἅιδου φέρειν ;