Διόνυσος
115 κόρεις ὀλίγιστοι .
Ξανθίας
περὶ ἐμοῦ δ’ οὐδεὶς λόγος .
Ἡρακλῆς
116 σχέτλιε τολμήσεις γὰρ ἰέναι καὶ σύ γε ;
Διόνυσος
117 μηδὲν ἔτι πρὸς ταῦτ’ , ἀλλὰ φράζε τῶν ὁδῶν
118 ὅπῃ τάχιστ’ ἀφιξόμεθ’ εἰς Ἅιδου κάτω ·
119 καὶ μήτε θερμὴν μήτ’ ἄγαν ψυχρὰν φράσῃς .
Ἡρακλῆς
120 φέρε δὴ τίν’ αὐτῶν σοι φράσω πρώτην ; τίνα ;
121 μία μὲν γὰρ ἔστιν ἀπὸ κάλω καὶ θρανίου ,
122 κρεμάσαντι σαυτόν .
Διόνυσος
παῦε , πνιγηρὰν λέγεις .
Ἡρακλῆς
123 ἀλλ’ ἔστιν ἀτραπὸς ξύντομος τετριμμένη
124 διὰ θυείας .
Διόνυσος
ἆρα κώνειον λέγεις ;
Ἡρακλῆς
125 μάλιστά γε .
Διόνυσος
ψυχράν γε καὶ δυσχείμερον ·
126 εὐθὺς γὰρ ἀποπήγνυσι τἀντικνήμια .
Ἡρακλῆς
127 βούλει κατάντη καὶ ταχεῖαν σοι φράσω ;
Διόνυσος
128 νὴ τὸν Δί’ ὡς ὄντος γε μὴ βαδιστικοῦ .
Ἡρακλῆς
129 καθέρπυσόν νυν ἐς Κεραμεικόν .
Διόνυσος
κᾆτα τί ;
Ἡρακλῆς
130 ἀναβὰς ἐπὶ τὸν πύργον τὸν ὑψηλόν
Διόνυσος
τί δρῶ ;
Ἡρακλῆς
131 ἀφιεμένην τὴν λαμπάδ’ ἐντεῦθεν θεῶ ,
132 κἄπειτ’ ἐπειδὰν φῶσιν οἱ θεώμενοι
133 ʹ εἷναι , ʹ τόθ’ εἷναι καὶ σὺ σαυτόν .
Διόνυσος
ποῖ
Ἡρακλῆς
κάτω .
Διόνυσος
134 ἀλλ’ ἀπολέσαιμ’ ἂν ἐγκεφάλου θρίω δύο .