Γυνὴ
151 ἐβουλόμην μὲν ἂν ἕτερον τῶν ἠθάδων
152 λέγειν τὰ βέλτισθ’ , ἵν’ ἐκαθήμην ἥσυχος ·
153 νῦν δ’ οὐκ ἐάσω κατά γε τὴν ἐμὴν μίαν
154 ἐν τοῖς καπηλείοισι λάκκους ἐμποιεῖν
155 ὕδατος . ἐμοὶ μὲν οὐ δοκεῖ μὰ τὼ θεώ .
Πραξάγορα
156 μὰ τὼ θεώ ; τάλαινα ποῦ τὸν νοῦν ἔχεις ;
Γυνὴ
157 τί δ’ ἔστιν ; οὐ γὰρ δὴ πιεῖν γ’ ᾔτησά σε .
Πραξάγορα
158 μὰ Δί’ ἀλλ’ ἀνὴρ ὢν τὼ θεὼ κατώμοσας ,
159 καίτοι τά γ’ ἄλλ’ εἰποῦσα δεξιώτατα .
Γυνὴ
160 νὴ τὸν Ἀπόλλω .
Πραξάγορα
παῦε τοίνυν , ὡς ἐγὼ
161 ἐκκλησιάσουσ’ οὐκ ἂν προβαίην τὸν πόδα
162 τὸν ἕτερον , εἰ μὴ ταῦτ’ ἀκριβωθήσεται .
Γυνὴ
163 φέρε τὸν στέφανον · ἐγὼ γὰρ αὖ λέξω πάλιν .
164 οἶμαι γὰρ ἤδη μεμελετηκέναι καλῶς .
165 ἐμοὶ γὰρ γυναῖκες αἱ καθήμεναι
Πραξάγορα
166 γυναῖκας αὖ δύστηνε τοὺς ἄνδρας λέγεις ;
Γυνὴ
167 δι’ Ἐπίγονόν γ’ ἐκεῖνον · ἐπιβλέψασα γὰρ
168 ἐκεῖσε πρὸς γυναῖκας ᾠόμην λέγειν .