Πραξάγορα
135 κἀκεῖ .
Γυνὴ
τί δ’ ; οὐ πίνουσι κἀν τἠκκλησίᾳ ;
Πραξάγορα
136 ἰδού γε σοὶ πίνουσι .
Γυνὴ
νὴ τὴν Ἄρτεμιν
137 καὶ ταῦτα γ’ εὔζωρον . τὰ γοῦν βουλεύματα
138 αὐτῶν ὅσ’ ἂν πράξωσιν ἐνθυμουμένοις
139 ὥσπερ μεθυόντων ἐστὶ παραπεπληγμένα .
140 καὶ νὴ Δία σπένδουσί γ’ · τίνος χάριν
141 τοσαῦτ’ ἂν ηὔχοντ’ , εἴπερ οἶνος μὴ παρῆν ;
142 καὶ λοιδοροῦνταί γ’ ὥσπερ ἐμπεπωκότες ,
143 καὶ τὸν παροινοῦντ’ ἐκφέρουσ’ οἱ τοξόται ,
Πραξάγορα
144 σὺ μὲν βάδιζε καὶ κάθησ’ · οὐδὲν γὰρ εἶ .
Γυνὴ
145 νὴ τὸν Δί’ μοι μὴ γενειᾶν κρεῖττον ἦν ·
146 δίψῃ γάρ , ὡς ἔοικ’ , ἀφαυανθήσομαι .
Πραξάγορα
147 ἔσθ’ ἥτις ἑτέρα βούλεται λέγειν ;
Γυνὴ
ἐγώ .
Πραξάγορα
148 ἴθι δὴ στεφανοῦ · καὶ γὰρ τὸ χρῆμ’ ἐργάζεται .
149 ἄγε νυν ὅπως ἀνδριστὶ καὶ καλῶς ἐρεῖς
150 διερεισαμένη τὸ σχῆμα τῇ βακτηρίᾳ .