Στρεψιάδης
319 ταῦτ’ ἄρ’ ἀκούσασ’ αὐτῶν τὸ φθέγμ’ ψυχή μου πεπότηται ,
320 καὶ λεπτολογεῖν ἤδη ζητεῖ καὶ περὶ καπνοῦ στενολεσχεῖν ,
321 καὶ γνωμιδίῳ γνώμην νύξασ’ ἑτέρῳ λόγῳ ἀντιλογῆσαι ·
322 ὥστ’ εἴ πως ἔστιν ἰδεῖν αὐτὰς ἤδη φανερῶς ἐπιθυμῶ .
Σωκράτης
323 βλέπε νυν δευρὶ πρὸς τὴν Πάρνηθ’ · ἤδη γὰρ ὁρῶ κατιούσας
324 ἡσυχῇ αὐτάς .
Στρεψιάδης
φέρε ποῦ ; δεῖξον .
Σωκράτης
χωροῦσ’ αὗται πάνυ πολλαὶ
325 διὰ τῶν κοίλων καὶ τῶν δασέων , αὗται πλάγιαι .
Στρεψιάδης
τί τὸ χρῆμα ;
326 ὡς οὐ καθορῶ .
Σωκράτης
παρὰ τὴν εἴσοδον .
Στρεψιάδης
ἤδη νυνὶ μόλις οὕτως .
Σωκράτης
327 νῦν γέ τοι ἤδη καθορᾷς αὐτάς , εἰ μὴ λημᾷς κολοκύνταις .
Στρεψιάδης
328 νὴ Δί’ ἔγωγ’ , πολυτίμητοι · πάντα γὰρ ἤδη κατέχουσιν .
Σωκράτης
329 ταύτας μέντοι σὺ θεὰς οὔσας οὐκ ᾔδησθ’ οὐδ’ ἐνόμιζες ;
Στρεψιάδης
330 μὰ Δί’ ἀλλ’ ὁμίχλην καὶ δρόσον αὐτὰς ἡγούμην καὶ καπνὸν εἶναι .
Σωκράτης
331 οὐ γὰρ μὰ Δί’ οἶσθ’ ὁτιὴ πλείστους αὗται βόσκουσι σοφιστάς ,
332 Θουριομάντεις ἰατροτέχνας σφραγιδονυχαργοκομήτας ,
333 κυκλίων τε χορῶν ᾀσματοκάμπτας ἄνδρας μετεωροφένακας ,
334 οὐδὲν δρῶντας βόσκουσ’ ἀργούς , ὅτι ταύτας μουσοποιοῦσιν .