Φειδιππίδης
124 ἀλλ’ οὐ περιόψεταί μ’ θεῖος Μεγακλέης
125 ἄνιππον . ἀλλ’ εἴσειμι , σοῦ δ’ οὐ φροντιῶ .
Στρεψιάδης
126 ἀλλ’ οὐδ’ ἐγὼ μέντοι πεσών γε κείσομαι ,
127 ἀλλ’ εὐξάμενος τοῖσιν θεοῖς διδάξομαι
128 αὐτὸς βαδίζων ἐς τὸ φροντιστήριον .
129 πῶς οὖν γέρων ὢν κἀπιλήσμων καὶ βραδὺς
130 λόγων ἀκριβῶν σχινδαλάμους μαθήσομαι ;
131 ἰτητέον . τί ταῦτ’ ἔχων στραγγεύομαι ,
132 ἀλλ’ οὐχὶ κόπτω τὴν θύραν ; παῖ παιδίον .
Μαθητής
133 βάλλ’ ἐς κόρακας · τίς ἐσθ’ κόψας τὴν θύραν ;
Στρεψιάδης
134 Φείδωνος υἱὸς Στρεψιάδης Κικυννόθεν .
Μαθητής
135 ἀμαθής γε νὴ Δί’ ὅστις οὑτωσὶ σφόδρα
136 ἀπεριμερίμνως τὴν θύραν λελάκτικας
137 καὶ φροντίδ’ ἐξήμβλωκας ἐξηυρημένην .
Στρεψιάδης
138 σύγγνωθί μοι · τηλοῦ γὰρ οἰκῶ τῶν ἀγρῶν .
139 ἀλλ’ εἰπέ μοι τὸ πρᾶγμα τοὐξημβλωμένον .
Μαθητής
140 ἀλλ’ οὐ θέμις πλὴν τοῖς μαθηταῖσιν λέγειν .
Στρεψιάδης
141 λέγε νυν ἐμοὶ θαρρῶν · ἐγὼ γὰρ οὑτοσὶ
142 ἥκω μαθητὴς ἐς τὸ φροντιστήριον .