Ἶρις
1238 μῶρε μῶρε μὴ θεῶν κίνει φρένας
1239 δεινάς , ὅπως μή σου γένος πανώλεθρον
1240 Διὸς μακέλλῃ πᾶν ἀναστρέψῃ Δίκη ,
1241 λιγνὺς δὲ σῶμα καὶ δόμων περιπτυχὰς
1242 καταιθαλώσῃ σου Λικυμνίαις βολαῖς .
Πισθέταιρος
1243 ἄκουσον αὕτη · παῦε τῶν παφλασμάτων ·
1244 ἔχ’ ἀτρέμα . φέρ’ ἴδω , πότερα Λυδὸν Φρύγα
1245 ταυτὶ λέγουσα μορμολύττεσθαι δοκεῖς ;
1246 ἆρ’ οἶσθ’ ὅτι Ζεὺς εἴ με λυπήσει πέρα ,
1247 μέλαθρα μὲν αὐτοῦ καὶ δόμους Ἀμφίονος
1248 καταιθαλώσω πυρφόροισιν αἰετοῖς ;
1249 πέμψω δὲ πορφυρίωνας ἐς τὸν οὐρανὸν
1250 ὄρνις ἐπ’ αὐτὸν παρδαλᾶς ἐνημμένους
1251 πλεῖν ἑξακοσίους τὸν ἀριθμόν . καὶ δή ποτε
1252 εἷς Πορφυρίων αὐτῷ παρέσχε πράγματα .
1253 σὺ δ’ εἴ με λυπήσεις τι , τῆς διακόνου
1254 πρώτης ἀνατείνας τὼ σκέλει διαμηριῶ
1255 τὴν Ἶριν αὐτήν , ὥστε θαυμάζειν ὅπως
1256 οὕτω γέρων ὢν στύομαι τριέμβολον .
Ἶρις
1257 διαρραγείης μέλ’ αὐτοῖς ῥήμασιν .
Πισθέταιρος
1258 οὐκ ἀποσοβήσεις ; οὐ ταχέως ; εὐρὰξ πατάξ .
Ἶρις
1259 μήν σε παύσει τῆς ὕβρεως οὑμὸς πατήρ .
Πισθέταιρος
1260 οἴμοι τάλας . οὔκουν ἑτέρωσε πετομένη
1261 καταιθαλώσεις τῶν νεωτέρων τινά ;