Πισθέταιρος
1154 ἀπηργάσαντ’ ;
Ἄγγελος
ὄρνιθες ἦσαν τέκτονες
1155 σοφώτατοι πελεκᾶντες , οἳ τοῖς ῥύγχεσιν
1156 ἀπεπελέκησαν τὰς πύλας · ἦν δ’ κτύπος
1157 αὐτῶν πελεκώντων ὥσπερ ἐν ναυπηγίῳ .
1158 καὶ νῦν ἅπαντ’ ἐκεῖνα πεπύλωται πύλαις
1159 καὶ βεβαλάνωται καὶ φυλάττεται κύκλῳ ,
1160 ἐφοδεύεται , κωδωνοφορεῖται , πανταχῇ ,
1161 φυλακαὶ καθεστήκασι καὶ φρυκτωρίαι
1162 ἐν τοῖσι πύργοις . ἀλλ’ ἐγὼ μὲν ἀποτρέχων
1163 ἀπονίψομαι · σὺ δ’ αὐτὸς ἤδη τἄλλα δρᾶ .
Χορός
1164 οὗτος τί ποιεῖς ; ἆρα θαυμάζεις ὅτι
1165 οὕτω τὸ τεῖχος ἐκτετείχισται ταχύ ;
Πισθέταιρος
1166 νὴ τοὺς θεοὺς ἔγωγε · καὶ γὰρ ἄξιον ·
1167 ἴσα γὰρ ἀληθῶς φαίνεταί μοι ψεύδεσιν .
1168 ἀλλ’ ὅδε φύλαξ γὰρ τῶν ἐκεῖθεν ἄγγελος
1169 ἐσθεῖ πρὸς ἡμᾶς δεῦρο πυρρίχην βλέπων .
Ἄγγελος
1170 ἰοὺ ἰού , ἰοὺ ἰού , ἰοὺ ἰού .
Πισθέταιρος
1171 τί τὸ πρᾶγμα τουτί ;
Ἄγγελος
δεινότατα πεπόνθαμεν .
1172 τῶν γὰρ θεῶν τις ἄρτι τῶν παρὰ τοῦ Διὸς
1173 διὰ τῶν πυλῶν εἰσέπτετ’ ἐς τὸν ἀέρα ,
1174 λαθὼν κολοιοὺς φύλακας ἡμεροσκόπους .
Πισθέταιρος
1175 δεινὸν ἔργον καὶ σχέτλιον εἰργασμένος .