Ἄγγελος
1133 ὄρνιθες , οὐδεὶς ἄλλος , οὐκ Αἰγύπτιος
1134 πλινθοφόρος , οὐ λιθουργός , οὐ τέκτων παρῆν ,
1135 ἀλλ’ αὐτόχειρες , ὥστε θαυμάζειν ἐμέ .
1136 ἐκ μέν γε Λιβύης ἧκον ὡς τρισμύριαι
1137 γέρανοι θεμελίους καταπεπωκυῖαι λίθους .
1138 τούτους δ’ ἐτύκιζον αἱ κρέκες τοῖς ῥύγχεσιν .
1139 ἕτεροι δ’ ἐπλινθοφόρουν πελαργοὶ μύριοι ·
1140 ὕδωρ δ’ ἐφόρουν κάτωθεν ἐς τὸν ἀέρα
1141 οἱ χαραδριοὶ καὶ τἄλλα ποτόμι’ ὄρνεα .
Πισθέταιρος
1142 ἐπηλοφόρουν δ’ αὐτοῖσι τίνες ;
Ἄγγελος
ἐρωδιοὶ
1143 λεκάναισι .
Πισθέταιρος
τὸν δὲ πηλὸν ἐνεβάλλοντο πῶς ;
Ἄγγελος
1144 τοῦτ’ ὦγάθ’ ἐξηύρητο καὶ σοφώτατα ·
1145 οἱ χῆνες ὑποτύπτοντες ὥσπερ ταῖς ἄμαις
1146 ἐς τὰς λεκάνας ἐνέβαλλον αὐτοῖς τοῖν ποδοῖν .
Πισθέταιρος
1147 τί δῆτα πόδες ἂν οὐκ ἂν ἐργασαίατο ;
Ἄγγελος
1148 καὶ νὴ Δί’ αἱ νῆτταί γε περιεζωσμέναι
1149 ἐπλινθοφόρουν · ἄνω δὲ τὸν ὑπαγωγέα
1150 ἐπέτοντ’ ἔχουσαι κατόπιν ὥσπερ παιδία
1151 τὸν πηλὸν ἐν τοῖς στόμασιν αἱ χελιδόνες .
Πισθέταιρος
1152 τί δῆτα μισθωτοὺς ἂν ἔτι μισθοῖτό τις ;
1153 φέρ’ ἴδω , τί δαί ; τὰ ξύλινα τοῦ τείχους τίνες