Χορός
1058 ἤδη ’μοὶ τῷ παντόπτᾳ
1059 καὶ παντάρχᾳ θνητοὶ πάντες
1060 θύσουσ’ εὐκταίαις εὐχαῖς .
1061 πᾶσαν μὲν γὰρ γᾶν ὀπτεύω ,
1062 σῴζω δ’ εὐθαλεῖς καρποὺς
1063 κτείνων παμφύλων γένναν
1064 θηρῶν , πάντ’ ἐν γαίᾳ
1065 ἐκ κάλυκος αὐξανόμενον γένυσι παμφάγοις
1066 δένδρεσί τ’ ἐφημένα καρπὸν ἀποβόσκεται ·
1067 κτείνω δ’ οἳ κήπους εὐώδεις
1068 φθείρουσιν λύμαις ἐχθίσταις ,
1069 ἑρπετά τε καὶ δάκετα πάνθ’ ὅσαπερ
1070 ἔστιν ὑπ’ ἐμᾶς πτέρυγος ἐν φοναῖς ὄλλυται .
1072 τῇδε μέντοι θἠμέρᾳ μάλιστ’ ἐπαναγορεύεται ,
1073 ἢν ἀποκτείνῃ τις ὑμῶν Διαγόραν τὸν Μήλιον ,
1074 λαμβάνειν τάλαντον , ἤν τε τῶν τυράννων τίς τινα
1075 τῶν τεθνηκότων ἀποκτείνῃ , τάλαντον λαμβάνειν .
1076 βουλόμεσθ’ οὖν νυν ἀνειπεῖν ταὐτὰ χἠμεῖς ἐνθάδε .
1077 ἢν ἀποκτείνῃ τις ὑμῶν Φιλοκράτη τὸν Στρούθιον ,
1078 λήψεται τάλαντον , ἢν δὲ ζῶντά γ’ ἀγάγῃ , τέτταρα ,
1079 ὅτι συνείρων τοὺς σπίνους πωλεῖ καθ’ ἑπτὰ τοὐβολοῦ ,
1080 εἶτα φυσῶν τὰς κίχλας δείκνυσι καὶ λυμαίνεται ,
1081 τοῖς τε κοψίχοισιν ἐς τὰς ῥῖνας ἐγχεῖ τὰ πτερά ,
1082 τὰς περιστεράς θ’ ὁμοίως ξυλλαβὼν εἵρξας ἔχει ,
1083 κἀπαναγκάζει παλεύειν δεδεμένας ἐν δικτύῳ .
1084 ταῦτα βουλόμεσθ’ ἀνειπεῖν · κεἴ τις ὄρνιθας τρέφει
1085 εἱργμένους ὑμῶν ἐν αὐλῇ , φράζομεν μεθιέναι .
1086 ἢν δὲ μὴ πίθησθε , συλληφθέντες ὑπὸ τῶν ὀρνέων
1087 αὖθις ὑμεῖς αὖ παρ’ ἡμῖν δεδεμένοι παλεύσετε .
1088 εὔδαιμον φῦλον πτηνῶν
1089 οἰωνῶν , οἳ χειμῶνος μὲν
1090 χλαίνας οὐκ ἀμπισχνοῦνται ·
1091 οὐδ’ αὖ θερμὴ πνίγους ἡμᾶς
1092 ἀκτὶς τηλαυγὴς θάλπει ·
1093 ἀλλ’ ἀνθηρῶν λειμώνων
1094 φύλλων τ’ ἐν κόλποις ναίω ,
1095 ἡνίκ’ ἂν θεσπέσιος ὀξὺ μέλος ἀχέτας
1096 θάλπεσι μεσημβρινοῖς ἡλιομανὴς βοᾷ .
1097 χειμάζω δ’ ἐν κοίλοις ἄντροις
1098 νύμφαοις οὐρείαις ξυμπαίζων ·
1099 ἠρινά τε βοσκόμεθα παρθένια
1100 λευκότροφα μύρτα Χαρίτων τε κηπεύματα .
1102 τοῖς κριταῖς εἰπεῖν τι βουλόμεσθα τῆς νίκης πέρι ,
1103 ὅσ’ ἀγάθ’ , ἢν κρίνωσιν ἡμᾶς , πᾶσιν αὐτοῖς δώσομεν ,
1104 ὥστε κρείττω δῶρα πολλῷ τῶν Ἀλεξάνδρου λαβεῖν .
1105 πρῶτα μὲν γὰρ οὗ μάλιστα πᾶς κριτὴς ἐφίεται ,
1106 γλαῦκες ὑμᾶς οὔποτ’ ἐπιλείψουσι Λαυρειωτικαί ·
1107 ἀλλ’ ἐνοικήσουσιν ἔνδον , ἔν τε τοῖς βαλλαντίοις
1108 ἐννεοττεύσουσι κἀκλέψουσι μικρὰ κέρματα .
1109 εἶτα πρὸς τούτοισιν ὥσπερ ἐν ἱεροῖς οἰκήσετε ·
1110 τὰς γὰρ ὑμῶν οἰκίας ἐρέψομεν πρὸς αἰετόν ·
1111 κἂν λαχόντες ἀρχίδιον εἶθ’ ἁρπάσαι βούλησθέ τι ,
1112 ὀξὺν ἱερακίσκον ἐς τὰς χεῖρας ὑμῖν δώσομεν .
1113 ἢν δέ που δειπνῆτε , πρηγορεῶνας ὑμῖν πέμψομεν .
1114 ἢν δὲ μὴ κρίνητε , χαλκεύεσθε μηνίσκους φορεῖν
1115 ὥσπερ ἀνδριάντες · ὡς ὑμῶν ὃς ἂν μὴ μῆν’ ἔχῃ ,
1116 ὅταν ἔχητε χλανίδα λευκήν , τότε μάλισθ’ οὕτω δίκην
1117 δώσεθ’ ἡμῖν , πᾶσι τοῖς ὄρνισι κατατιλώμενοι .