Πισθέταιρος
668 ὡς δ’ ἁπαλόν , ὡς δὲ λευκόν .
Ἐυελπίδης
ἆρά γ’ οἶσθ’ ὅτι
669 ἐγὼ διαμηρίζοιμ’ ἂν αὐτὴν ἡδέως ;
Πισθέταιρος
670 ὅσον δ’ ἔχει τὸν χρυσόν , ὥσπερ παρθένος .
Ἐυελπίδης
671 ἐγὼ μὲν αὐτὴν κἂν φιλῆσαί μοι δοκῶ .
Πισθέταιρος
672 ἀλλ’ κακόδαιμον ῥύγχος ὀβελίσκοιν ἔχει .
Ἐυελπίδης
673 ἀλλ’ ὥσπερ ᾠὸν νὴ Δί’ ἀπολέψαντα χρὴ
674 ἀπὸ τῆς κεφαλῆς τὸ λέμμα κᾆθ’ οὕτω φιλεῖν .
Ἔποψ
675 ἴωμεν .
Πισθέταιρος
ἡγοῦ δὴ σὺ νῷν τύχἀγαθῇ .