Πισθέταιρος
648 ἀτὰρ τὸ δεῖνα , δεῦρ’ ἐπανάκρουσαι πάλιν .
649 φέρ’ ἴδω , φράσον νῷν , πῶς ἐγώ τε χοὐτοσὶ
650 ξυνεσόμεθ’ ὑμῖν πετομένοις οὐ πετομένω ;
Ἔποψ
651 καλῶς .
Πισθέταιρος
ὅρα νυν , ὡς ἐν Αἰσώπου λόγοις
652 ἐστὶν λεγόμενον δή τι , τὴν ἀλώπεχ’ , ὡς
653 φλαύρως ἐκοινώνησεν αἰετῷ ποτέ .
Ἔποψ
654 μηδὲν φοβηθῇς · ἔστι γάρ τι ῥιζίον ,
655 διατραγόντ’ ἔσεσθον ἐπτερωμένω .
Πισθέταιρος
656 οὕτω μὲν εἰσίωμεν . ἄγε δὴ Ξανθία
657 καὶ Μανόδωρε λαμβάνετε τὰ στρώματα .
Χορός
658 οὗτος σὲ καλῶ , σὲ λέγω .
Ἔποψ
τί καλεῖς ;
Χορός
τούτους μὲν ἄγων μετὰ σαυτοῦ
659 ἀρίστισον εὖ · τὴν δ’ ἡδυμελῆ ξύμφωνον ἀηδόνα Μούσαις
660 κατάλειφ’ ἡμῖν δεῦρ’ ἐκβιβάσας , ἵνα παίσωμεν μετ’ ἐκείνης .
Πισθέταιρος
661 τοῦτο μεντοι νὴ Δί’ αὐτοῖσιν πιθοῦ ·
662 ἐκβίβασον ἐκ τοῦ βουτόμου τοὐρνίθιον .
Ἐυελπίδης
663 ἐκβίβασον αὐτοῦ πρὸς θεῶν αὐτήν , ἵνα
664 καὶ νὼ θεασώμεσθα τὴν ἀηδόνα .
Ἔποψ
665 ἀλλ’ εἰ δοκεῖ σφῷν , ταῦτα χρὴ δρᾶν . Πρόκνη
666 ἔκβαινε καὶ σαυτὴν ἐπιδείκνυ τοῖς ξένοις .
Πισθέταιρος
667 Ζεῦ πολυτίμηθ’ ὡς καλὸν τοὐρνίθιον ,