Πισθέταιρος
588 πρῶτα μὲν αὐτῶν τὰς οἰνάνθας οἱ πάρνοπες οὐ κατέδονται ,
589 ἀλλὰ γλαυκῶν λόχος εἷς αὐτοὺς καὶ κερχνῄδων ἐπιτρίψει .
590 εἶθ’ οἱ κνῖπες καὶ ψῆνες ἀεὶ τὰς συκᾶς οὐ κατέδονται ,
591 ἀλλ’ ἀναλέξει πάντας καθαρῶς αὐτοὺς ἀγέλη μία κιχλῶν .
Ἔποψ
592 πλουτεῖν δὲ πόθεν δώσομεν αὐτοῖς ; καὶ γὰρ τούτου σφόδρ’ ἐρῶσιν .
Πισθέταιρος
593 τὰ μέταλλ’ αὐτοῖς μαντευομένοις οὗτοι δώσουσι τὰ χρηστά ,
594 τάς τ’ ἐμπορίας τὰς κερδαλέας πρὸς τὸν μάντιν κατεροῦσιν ,
595 ὥστ’ ἀπολεῖται τῶν ναυκλήρων οὐδείς .
Ἔποψ
πῶς οὐκ ἀπολεῖται ;
Πισθέταιρος
596 προερεῖ τις ἀεὶ τῶν ὀρνίθων μαντευομένῳ περὶ τοῦ πλοῦ ·
597 " νυνὶ μὴ πλεῖ , χειμὼν ἔσται · " " νυνὶ πλεῖ , κέρδος ἐπέσται . "
Ἐυελπίδης
598 γαῦλον κτῶμαι καὶ ναυκληρῶ , κοὐκ ἂν μείναιμι παρ’ ὑμῖν .
Πισθέταιρος
599 τοὺς θησαυρούς τ’ αὐτοῖς δείξουσ’ οὓς οἱ πρότεροι κατέθεντο
600 τῶν ἀργυρίων · οὗτοι γὰρ ἴσασι · λέγουσι δέ τοι τάδε πάντες ,
601 " οὐδεὶς οἶδεν τὸν θησαυρὸν τὸν ἐμὸν πλὴν εἴ τις ἄρ’ ὄρνις . "
Ἐυελπίδης
602 πωλῶ γαῦλον , κτῶμαι σμινύην , καὶ τὰς ὑδρίας ἀνορύττω .
Ἔποψ
603 πῶς δ’ ὑγιείαν δώσουσ’ αὐτοῖς , οὖσαν παρὰ τοῖσι θεοῖσιν ;