Δικαιόπολις
1114 οὐκ ἀλλ’ ἐγὼ χὠ παῖς ἐρίζομεν πάλαι .
1115 βούλει περιδόσθαι κἀπιτρέψαι Λαμάχῳ ,
1116 πότερον ἀκρίδες ἥδιόν ἐστιν κίχλαι ;
Λάμαχος
1117 οἴμ’ ὡς ὑβρίζεις .
Δικαιόπολις
τὰς ἀκρίδας κρίνει πολύ .
Λάμαχος
1118 παῖ παῖ καθελών μοι τὸ δόρυ δεῦρ’ ἔξω φέρε .
Δικαιόπολις
1119 παῖ παῖ σὺ δ’ ἀφελὼν δεῦρο τὴν χορδὴν φέρε .
Λάμαχος
1120 φέρε τοῦ δόρατος ἀφελκύσωμαι τοὔλυτρον .
1121 ἔχ’ , ἀντέχου παῖ .
Δικαιόπολις
καὶ σὺ παῖ τοῦδ’ ἀντέχου .
Λάμαχος
1122 τοὺς κιλλίβαντας οἶσε παῖ τῆς ἀσπίδος .
Δικαιόπολις
1123 καὶ τῆς ἐμῆς τοὺς κριβανίτας ἔκφερε .
Λάμαχος
1124 φέρε δεῦρο γοργόνωτον ἀσπίδος κύκλον .
Δικαιόπολις
1125 κἀμοὶ πλακοῦντος τυρόνωτον δὸς κύκλον .
Λάμαχος
1126 ταῦτ’ οὐ κατάγελώς ἐστιν ἀνθρώποις πλατύς ;
Δικαιόπολις
1127 ταῦτ’ οὐ πλακοῦς δῆτ’ ἐστὶν ἀνθρώποις γλυκύς ;
Λάμαχος
1128 κατάχει σὺ παῖ τοὔλαιον . ἐν τῷ χαλκίῳ
1129 ἐνορῶ γέροντα δειλίας φευξούμενον .
Δικαιόπολις
1130 κατάχει σὺ τὸ μέλι . κἀνθάδ’ ἔνδηλος γέρων
1131 κλάειν κελεύων Λάμαχον τὸν Γοργάσου .
Λάμαχος
1132 φέρε δεῦρο παῖ θώρακα πολεμιστήριον .
Δικαιόπολις
1133 ἔξαιρε παῖ θώρακα κἀμοὶ τὸν χοᾶ .
Λάμαχος
1134 ἐν τῷδε πρὸς τοὺς πολεμίους θωρήξομαι .
Δικαιόπολις
1135 ἐν τῷδε πρὸς τοὺς συμπότας θωρήξομαι .
Λάμαχος
1136 τὰ στρώματ’ παῖ δῆσον ἐκ τῆς ἀσπίδος .