Δικαιόπολις
1095 καὶ γὰρ σὺ μεγάλην ἐπεγράφου τὴν Γοργόνα .
1096 σύγκλῃε , καὶ δεῖπνόν τις ἐνσκευαζέτω .
Λάμαχος
1097 παῖ παῖ φέρ’ ἔξω δεῦρο τὸν γυλιὸν ἐμοί .
Δικαιόπολις
1098 παῖ παῖ φέρ’ ἔξω δεῦρο τὴν κίστην ἐμοί .
Λάμαχος
1099 ἅλας θυμίτας οἶσε παῖ καὶ κρόμμυα .
Δικαιόπολις
1100 ἐμοὶ δὲ τεμάχη · κρομμύοις γὰρ ἄχθομαι .
Λάμαχος
1101 θρῖον ταρίχους οἶσε δεῦρο παῖ σαπροῦ .
Δικαιόπολις
1102 κἀμοὶ σὺ δημοῦ θρῖον · ὀπρήσω δ’ ἐκεῖ .
Λάμαχος
1103 ἔνεγκε δεῦρο τὼ πτερὼ τὼ κ’ τοῦ κράνους .
Δικαιόπολις
1104 ἐμοὶ δὲ τὰς φάττας γε φέρε καὶ τὰς κίχλας .
Λάμαχος
1105 καλόν γε καὶ λευκὸν τὸ τῆς στρούθου πτερόν .
Δικαιόπολις
1106 καλόν γε καὶ ξανθὸν τὸ τῆς φάττης κρέας .
Λάμαχος
1107 ὦνθρωπε παῦσαι καταγελῶν μου τῶν ὅπλων .
Δικαιόπολις
1108 ὦνθρωπε βούλει μὴ βλέπειν ἐς τὰς κίχλας ;
Λάμαχος
1109 τὸ λοφεῖον ἐξένεγκε τῶν τριῶν λόφων .
Δικαιόπολις
1110 κἀμοὶ λεκάνιον τῶν λαγῴων δὸς κρεῶν .
Λάμαχος
1111 ἀλλ’ τριχόβρωτες τοὺς λόφους που κατέφαγον .
Δικαιόπολις
1112 ἀλλ’ πρὸ δείπνου τὴν μίμαρκυν κατέδομαι .
Λάμαχος
1113 ὦνθρωπε βούλει μὴ προσαγορεύειν ἐμέ ;