Δικαιόπολις
90 ταῦτ’ ἄρ ἐφενάκιζες σὺ δύο δραχμὰς φέρων .
Πρέσβυς
91 καὶ νῦν ἄγοντες ἥκομεν Ψευδαρτάβαν ,
92 τὸν βασιλέως ὀφθαλμόν .
Δικαιόπολις
ἐκκόψειέ γε
93 κόραξ πατάξας , τόν τε σὸν τοῦ πρέσβεως .
Κῆρυξ
94 βασιλέως ὀφθαλμός .
Δικαιόπολις
ὦναξ Ἡράκλεις .
95 πρὸς τῶν θεῶν ἄνθρωπε ναύφαρκτον βλέπεις ;
96 περὶ ἄκραν κάμπτων νεώσοικον σκοπεῖς ;
97 ἄσκωμ’ ἔχεις που περὶ τὸν ὀφθαλμὸν κάτω .
Πρέσβυς
98 ἄγε δὴ σὺ βασιλεὺς ἅττα σ’ ἀπέπεμψεν φράσον
99 λέξοντ’ Ἀθηναίοισιν Ψευδαρτάβα .
Ψευδαρτάβας
100 ἰαρταμὰν ἐξάρξαν ἀπισσόνα σάτρα .
Πρέσβυς
101 ξυνήκαθ’ λέγει ;
Δικαιόπολις
μὰ τὸν Ἀπόλλω ’γὼ μὲν οὔ .
Πρέσβυς
102 πέμψειν βασιλέα φησὶν ὑμῖν χρυσίον .
103 λέγε δὴ σὺ μεῖζον καὶ σαφῶς τὸ χρυσίον .
Ψευδαρτάβας
104 οὐ λῆψι χρῦσο χαυνόπρωκτ’ Ἰαοναῦ .
Δικαιόπολις
105 οἴμοι κακοδαίμων ὡς σαφῶς .
Πρέσβυς
τί δ’ αὖ λέγει ;
Δικαιόπολις
106 τι ; χαυνοπρώκτους τοὺς Ἰάονας λέγει ,
107 εἰ προσδοκῶσι χρυσίον ἐκ τῶν βαρβάρων .
Πρέσβυς
108 οὔκ , ἀλλ’ ἀχάνας ὅδε γε χρυσίου λέγει .