Δαναός
490 πολλῶν τάδ’ ἡμῖν ἐστιν ἠξιωμένα ,
491 αἰδοῖον εὑρεθέντα πρόξενον λαβεῖν .
492 ὀπάονας δὲ φράστοράς τ’ ἐγχωρίων
493 ξύμπεμψον , ὡς ἂν τῶν πολισσούχων θεῶν
494 βωμοὺς προνάους καὶ { πολισσούχων } ἕδρας
495 εὕρωμεν , ἀσφάλεια δ’ δι’ ἄστεως
496 στείχουσι · μορφῆς δ’ οὐχ ὁμόστολος φύσις .
497 Νεῖλος γὰρ οὐχ ὅμοιον Ἰνάχῳ γένος
498 τρέφει . φύλαξαι μὴ θράσος τέκῃ φόβον ·
499 καὶ δὴ φίλον τις ἔκταν’ ἀγνοίας ὕπο .
Βασιλεύς
500 στείχοιτ’ ἄν , ἄνδρες · εὖ γὰρ ξένος λέγει .
501 ἡγεῖσθε βωμοὺς ἀστικούς , θεῶν ἕδρας ·
502 καὶ ξυμβολοῦσιν οὐ πολυστομεῖν χρεὼν
503 ναύτην ἄγοντας τόνδ’ ἐφέστιον θεῶν .
Χορός
504 τούτῳ μὲν εἶπας , καὶ τεταγμένος κίοι ·
505 ἐγὼ δὲ πῶς δρῶ ; ποῦ θράσος νέμεις ἐμοί ;
Βασιλεύς
506 κλάδους μὲν αὐτοῦ λεῖπε , σημεῖον πόνου .
Χορός
507 καὶ δή σφε λείπω χειρὶ καὶ λόγοις σέθεν .
Βασιλεύς
508 λευρὸν κατ’ ἄλσος νῦν ἐπιστρέφου τόδε .
Χορός
509 καὶ πῶς βέβηλον ἄλσος ἂν ῥύοιτό με ;
Βασιλεύς
510 οὔτοι πτερωτῶν ἁρπαγαῖς σ’ ἐκδώσομεν .
Χορός
511 ἀλλ’ εἰ δρακόντων δυσφρόνων ἐχθίοσιν ;
Βασιλεύς
512 εὔφημον εἴη τοὔπος εὐφημουμένῃ .
Χορός
513 οὔτοι τι θαῦμα δυσφορεῖν φόβῳ φρενός .