Ἄγγελος
568 ἕκτον λέγοιμ’ ἂν ἄνδρα σωφρονέστατον ,
569 ἀλκήν τ’ ἄριστον μάντιν , Ἀμφιάρεω βίαν ·
570 Ὁμολωίσιν δὲ πρὸς πύλαις τεταγμένος
571 κακοῖσι βάζει πολλὰ Τυδέως βίαν ·
572 τὸν ἀνδροφόντην , τὸν πόλεως ταράκτορα ,
573 μέγιστον Ἄργει τῶν κακῶν διδάσκαλον ,
574 Ἐρινύος κλητῆρα , πρόσπολον φόνου ,
575 κακῶν τ’ Ἀδράστῳ τῶνδε βουλευτήριον .
576 καὶ τὸν σὸν αὖθις προσθροῶν ὁμόσπορον ,
577 ἐξυπτιάζων ὄμμα , Πολυνείκους βίαν ,
578 δίς τ’ ἐν τελευτῇ τοὔνομ’ ἐνδατούμενος ,
579 καλεῖ . λέγει δὲ τοῦτ’ ἔπος διὰ στόμα ·
580 " τοῖον ἔργον καὶ θεοῖσι προσφιλές , "
581 " καλόν τ’ ἀκοῦσαι καὶ λέγειν μεθυστέροις , "
582 " πόλιν πατρῴαν καὶ θεοὺς τοὺς ἐγγενεῖς "
583 " πορθεῖν , στράτευμ’ ἐπακτὸν ἐμβεβληκότα ; "
584 " μητρός τε πηγὴν τίς κατασβέσει δίκη ; "
585 " πατρίς τε γαῖα σῆς ὑπὸ σπουδῆς δορὶ "
586 " ἁλοῦσα πῶς σοι ξύμμαχος γενήσεται ; "
587 " ἔγωγε μὲν δὴ τήνδε πιανῶ χθόνα , "
588 " μάντις κεκευθὼς πολεμίας ὑπὸ χθονός . "
589 " μαχώμεθ’ , οὐκ ἄτιμον ἐλπίζω μόρον . "
590 τοιαῦθ’ μάντις ἀσπίδ’ εὐκήλως ἔχων
591 πάγχαλκον ηὔδα · σῆμα δ’ οὐκ ἐπῆν κύκλῳ .
592 οὐ γὰρ δοκεῖν ἄριστος , ἀλλ’ εἶναι θέλει ,
593 βαθεῖαν ἄλοκα διὰ φρενὸς καρπούμενος ,
594 ἐξ ἧς τὰ κεδνὰ βλαστάνει βουλεύματα .
595 τούτῳ σοφούς τε κἀγαθοὺς ἀντηρέτας
596 πέμπειν ἐπαινῶ . δεινὸς ὃς θεοὺς σέβει .