Ἐτεοκλής
550 εἰ γὰρ τύχοιεν ὧν φρονοῦσι πρὸς θεῶν ,
551 αὐτοῖς ἐκείνοις ἀνοσίοις κομπάσμασιν ·
552 τἂν πανώλεις παγκάκως τ’ ὀλοίατο .
553 ἔστιν δὲ καὶ τῷδ’ , ὃν λέγεις τὸν Ἀρκάδα ,
554 ἀνὴρ ἄκομπος , χεὶρ δ’ ὁρᾷ τὸ δράσιμον ,
555 Ἄκτωρ ἀδελφὸς τοῦ πάρος λελεγμένου ·
556 ὃς οὐκ ἐάσει γλῶσσαν ἐργμάτων ἄτερ
557 ἔσω πυλῶν ῥέουσαν ἀλδαίνειν κακά ,
558 οὐδ’ εἰσαμεῖψαι θηρὸς ἐχθίστου δάκους
559 εἰκὼ φέροντα πολεμίας ἐπ’ ἀσπίδος ·
560 ’ξωθεν εἴσω τῷ φέροντι μέμψεται ,
561 πυκνοῦ κροτησμοῦ τυγχάνουσ’ ὑπὸ πτόλιν .
562 θεῶν θελόντων τἂν ἀληθεύσαιμ’ ἐγώ .
Χορός
563 ἱκνεῖται λόγος διὰ στηθέων ,
564 τριχὸς δ’ ὀρθίας πλόκαμος ἵσταται ,
565 μεγάλα μεγαληγόρων κλυούσᾳ
566 ἀνοσίων ἀνδρῶν . εἴθε γὰρ
567 θεοὶ τοῦδ’ ὀλέσειαν ἐν γᾷ .