Προμηθεύς
931 καὶ τῶνδέ γ’ , ἕξει δυσλοφωτέρους πόνους .
Χορός
932 πῶς δ’ οὐχὶ ταρβεῖς τοιάδ’ ἐκρίπτων ἔπη ;
Προμηθεύς
933 τί δ’ ἂν φοβοίμην θανεῖν οὐ μόρσιμον ;
Χορός
934 ἀλλ’ ἆθλον ἄν σοι τοῦδ’ ἔτ’ ἀλγίω πόροι .
Προμηθεύς
935 δ’ οὖν ποιείτω · πάντα προσδοκητά μοι .
Χορός
936 οἱ προσκυνοῦντες τὴν Ἀδράστειαν σοφοί .
Προμηθεύς
937 σέβου , προσεύχου , θῶπτε τὸν κρατοῦντ’ ἀεί .
938 ἐμοὶ δ’ ἔλασσον Ζηνὸς μηδὲν μέλει .
939 δράτω , κρατείτω τόνδε τὸν βραχὺν χρόνον ,
940 ὅπως θέλει · δαρὸν γὰρ οὐκ ἄρξει θεοῖς .
941 ἀλλ’ εἰσορῶ γὰρ τόνδε τὸν Διὸς τρόχιν ,
942 τὸν τοῦ τυράννου τοῦ νέου διάκονον ·
943 πάντως τι καινὸν ἀγγελῶν ἐλήλυθεν .
Ἑρμῆς
944 σὲ τὸν σοφιστήν , τὸν πικρῶς ὑπέρπικρον ,
945 τὸν ἐξαμαρτόντ’ εἰς θεοὺς ἐφημέροις
946 πορόντα τιμάς , τὸν πυρὸς κλέπτην λέγω ·
947 πατὴρ ἄνωγέ σ’ οὕστινας κομπεῖς γάμους
948 αὐδᾶν , πρὸς ὧν ἐκεῖνος ἐκπίπτει κράτους .
949 καὶ ταῦτα μέντοι μηδὲν αἰνικτηρίως ,
950 ἀλλ’ αὔθ’ ἕκαστα φράζε · μηδέ μοι διπλᾶς
951 ὁδούς , Προμηθεῦ , προσβάλῃς · ὁρᾷς δ’ ὅτι
952 Ζεὺς τοῖς τοιούτοις οὐχὶ μαλθακίζεται .