Προμηθεύς
907 μὴν ἔτι Ζεύς , καίπερ αὐθάδης φρενῶν ,
908 ἔσται ταπεινός , οἷον ἐξαρτύεται
909 γάμον γαμεῖν , ὃς αὐτὸν ἐκ τυραννίδος
910 θρόνων τ’ ἄιστον ἐκβαλεῖ · πατρὸς δ’ ἀρὰ
911 Κρόνου τότ’ ἤδη παντελῶς κρανθήσεται ,
912 ἣν ἐκπίτνων ἠρᾶτο δηναιῶν θρόνων .
913 τοιῶνδε μόχθων ἐκτροπὴν οὐδεὶς θεῶν
914 δύναιτ’ ἂν αὐτῷ πλὴν ἐμοῦ δεῖξαι σαφῶς .
915 ἐγὼ τάδ’ οἶδα χᾦ τρόπῳ . πρὸς ταῦτά νυν
916 θαρσῶν καθήσθω τοῖς πεδαρσίοις κτύποις
917 πιστός , τινάσσων τ’ ἐν χεροῖν πύρπνουν βέλος .
918 οὐδὲν γὰρ αὐτῷ ταῦτ’ ἐπαρκέσει τὸ μὴ οὐ
919 πεσεῖν ἀτίμως πτώματ’ οὐκ ἀνασχετά ·
920 τοῖον παλαιστὴν νῦν παρασκευάζεται
921 ἐπ’ αὐτὸς αὑτῷ , δυσμαχώτατον τέρας ·
922 ὃς δὴ κεραυνοῦ κρείσσον’ εὑρήσει φλόγα ,
923 βροντῆς θ’ ὑπερβάλλοντα καρτερὸν κτύπον ·
924 θαλασσίαν τε γῆς τινάκτειραν νόσον
925 τρίαιναν , αἰχμὴν τὴν Ποσειδῶνος , σκεδᾷ .
926 πταίσας δὲ τῷδε πρὸς κακῷ μαθήσεται
927 ὅσον τό τ’ ἄρχειν καὶ τὸ δουλεύειν δίχα .
Χορός
928 σύ θην χρῄζεις , ταῦτ’ ἐπιγλωσσᾷ Διός .
Προμηθεύς
929 ἅπερ τελεῖται , πρὸς δ’ βούλομαι λέγω .
Χορός
930 καὶ προσδοκᾶν χρὴ δεσπόσειν Ζηνός τινα ;