Προμηθεύς
589 πῶς δ’ οὐ κλύω τῆς οἰστροδινήτου κόρης ,
590 τῆς Ἰναχείας ; Διὸς θάλπει κέαρ
591 ἔρωτι , καὶ νῦν τοὺς ὑπερμήκεις δρόμους
592 Ἥρᾳ στυγητὸς πρὸς βίαν γυμνάζεται .
Ἰώ
593 πόθεν ἐμοῦ σὺ πατρὸς ὄνομ’ ἀπύεις ;
594 εἰπέ μοι τᾷ μογερᾷ τίς ὤν ;
595 τίς ἄρα μ’ , τάλας , τὰν τάλαιναν ὧδ’
596 ἔτυμα προσθροεῖς ;
597 θεόσυτόν τε νόσον ὠνόμασας ,
598 μαραίνει με χρίουσα κέντροις , ἰώ ,
599 φοιταλέοισιν ·
600 σκιρτημάτων δὲ νήστισιν
αἰκείαις λαβρόσυτος ἦλθον , Ἥρας
601 ἐπικότοισι μήδεσι δαμεῖσα . δυς -
602 δαιμόνων δὲ τίνες οἵ , ,
603 οἷ’ ἐγὼ μογοῦσιν ;
604 ἀλλά μοι τορῶς
605 τέκμηρον τι μ’ ἐπαμμένει
606 παθεῖν , τί μῆχαρ , τί φάρμακον νόσου ,
607 δεῖξον , εἴπερ οἶσθα ·
608 θρόει , φράζε τᾷ δυσπλάνῳ παρθένῳ .
Προμηθεύς
609 λέξω τορῶς σοι πᾶν ὅπερ χρῄζεις μαθεῖν ,
610 οὐκ ἐμπλέκων αἰνίγματ’ , ἀλλ’ ἁπλῷ λόγῳ ,
611 ὥσπερ δίκαιον πρὸς φίλους οἴγειν στόμα .
612 πυρὸς βροτοῖς δοτῆρ’ ὁρᾷς Προμηθέα .
Ἰώ
613 κοινὸν ὠφέλημα θνητοῖσιν φανείς ,
614 τλῆμον Προμηθεῦ , τοῦ δίκην πάσχεις τάδε ;