Ἰώ
561 τίς γῆ ; τί γένος ; τίνα φῶ λεύσσειν
562 τόνδε χαλινοῖς ἐν πετρίνοισιν
563 χειμαζόμενον ;
564 τίνος ἀμπλακίας ποινὰς ὀλέκῃ ;
565 σήμηνον ὅποι γῆς μογερὰ πεπλάνημαι .
566 , ,
567 χρίει τις αὖ με τὰν τάλαιναν οἶστρος ,
568 εἴδωλον Ἄργου γηγενοῦς , ἄλευ’ δᾶ · φοβοῦμαι
569 τὸν μυριωπὸν εἰσορῶσα βούταν .
570 δὲ πορεύεται δόλιον ὄμμ’ ἔχων ,
ὃν οὐδὲ κατθανόντα γαῖα κεύθει .
571 ἀλλ’ , ἐμὲ τὰν τάλαιναν
572 ἐξ ἐνέρων περῶν κυναγετεῖ , πλανᾷ
573 τε νῆστιν ἀνὰ τὰν παραλίαν ψάμμαν .
574 ὑπὸ δὲ κηρόπλαστος ὀτοβεῖ δόναξ
575 ἀχέτας ὑπνοδόταν νόμον ·
576 ἰὼ ἰὼ πόποι , ποῖ μ’ ἄγουσι τη -
577 λέπλαγκτοι πλάναι ;
578 τί ποτέ μ’ , Κρόνιε παῖ , τί ποτε ταῖσδ’
579 ἐνέζευξας εὑρὼν ἁμαρτοῦσαν ἐν
580 πημοναῖσιν ; ,
581 οἰστρηλάτῳ δὲ δείματι
582 δειλαίαν παράκοπον ὧδε τείρεις ;
583 πυρί με φλέξον , χθονὶ κάλυψον ,
584 ποντίοις δάκεσι δὸς βοράν ,
585 μηδέ μοι φθονήσῃς
ἄδην με πολύπλανοι πλάναι
586 εὐγμάτων , ἄναξ .
γεγυμνάκασιν , οὐδ’ ἔχω μαθεῖν ὅπα
587 πημονὰς ἀλύξω .
588 κλύεις φθέγμα τᾶς βούκερω παρθένου ;