Χορός
938 δενδροπήμων δὲ μὴ πνέοι βλάβα ,
939 τὰν ἐμὰν χάριν λέγω ·
940 φλογμός τ’ ὀμματοστερὴς φυτῶν , τὸ
941 μὴ περᾶν ὅρον τόπων ,
942 μηδ’ ἄκαρπος αἰανὴς ἐφερπέτω νόσος ,
943 μῆλά τ’ εὐθενοῦντα γᾶ
945 ξὺν διπλοῖσιν ἐμβρύοις
946 τρέφοι χρόνῳ τεταγμένῳ · γόνος { δ’ }
947 πλουτόχθων ἑρμαίαν
948 δαιμόνων δόσιν τίοι .
Ἀθηνᾶ
949 τάδ’ ἀκούετε , πόλεως φρούριον ,
950 οἷ’ ἐπικραίνει ; μέγα γὰρ δύναται
951 πότνι’ Ἐρινὺς παρά τ’ ἀθανάτοις
952 τοῖς θ’ ὑπὸ γαῖαν , περί τ’ ἀνθρώπων
953 φανερῶς τελέως διαπράσσουσιν ,
954 τοῖς μὲν ἀοιδάς , τοῖς δ’ αὖ δακρύων
955 βίον ἀμβλωπὸν παρέχουσαι .