Κλυταιμήστρα
958 ἔστιν θάλασσα , τίς δέ νιν κατασβέσει ;
959 τρέφουσα πολλῆς πορφύρας ἰσάργυρον
960 κηκῖδα παγκαίνιστον , εἱμάτων βαφάς .
961 οἶκος δ’ ὑπάρχει τῶνδε σὺν θεοῖς ἅλις
962 ἔχειν · πένεσθαι δ’ οὐκ ἐπίσταται δόμος .
963 πολλῶν πατησμὸν δ’ εἱμάτων ἂν ηὐξάμην ,
964 δόμοισι προυνεχθέντος ἐν χρηστηρίοις ,
965 ψυχῆς κόμιστρα τῆσδε μηχανωμένῃ .
966 ῥίζης γὰρ οὔσης φυλλὰς ἵκετ’ ἐς δόμους ,
967 σκιὰν ὑπερτείνασα σειρίου κυνός .
968 καὶ σοῦ μολόντος δωματῖτιν ἑστίαν ,
969 θάλπος μὲν ἐν χειμῶνι σημαίνεις μολόν ·
970 ὅταν δὲ τεύχῃ Ζεὺς ἀπ’ ὄμφακος πικρᾶς
971 οἶνον , τότ’ ἤδη ψῦχος ἐν δόμοις πέλει ,
972 ἀνδρὸς τελείου δῶμ’ ἐπιστρωφωμένου .
973 Ζεῦ , Ζεῦ τέλειε , τὰς ἐμὰς εὐχὰς τέλει ·
974 μέλοι δέ τοι σοὶ τῶν περ ἂν μέλλῃς τελεῖν .