Ἀγαμέμνων
944 ἀλλ’ εἰ δοκεῖ σοι ταῦθ’ , ὑπαί τις ἀρβύλας
945 λύοι τάχος , πρόδουλον ἔμβασιν ποδός .
946 καὶ τοῖσδέ μ’ ἐμβαίνονθ’ ἁλουργέσιν θεῶν
947 μή τις πρόσωθεν ὄμματος βάλοι φθόνος .
948 πολλὴ γὰρ αἰδὼς δωματοφθορεῖν ποσὶν
949 φθείροντα πλοῦτον ἀργυρωνήτους θ’ ὑφάς .
950 τούτων μὲν οὕτω · τὴν ξένην δὲ πρευμενῶς
951 τήνδ’ ἐσκόμιζε · τὸν κρατοῦντα μαλθακῶς
952 θεὸς πρόσωθεν εὐμενῶς προσδέρκεται .
953 ἑκὼν γὰρ οὐδεὶς δουλίῳ χρῆται ζυγῷ .
954 αὕτη δὲ πολλῶν χρημάτων ἐξαίρετον
955 ἄνθος , στρατοῦ δώρημ’ , ἐμοὶ ξυνέσπετο .
956 ἐπεὶ δ’ ἀκούειν σοῦ κατέστραμμαι τάδε ,
957 εἶμ’ ἐς δόμων μέλαθρα πορφύρας πατῶν .