Κῆρυξ
613 τοιόσδ’ κόμπος τῆς ἀληθείας γέμων
614 οὐκ αἰσχρὸς ὡς γυναικὶ γενναίᾳ λακεῖν .
Χορός
615 αὕτη μὲν οὕτως εἶπε μανθάνοντί σοι
616 τοροῖσιν ἑρμηνεῦσιν εὐπρεπῶς λόγον .
617 σὺ δ’ εἰπέ , κῆρυξ , Μενέλεων δὲ πεύθομαι .
618 εἰ νόστιμός τε καὶ σεσωσμένος πάλιν
619 ἥκει σὺν ὑμῖν , τῆσδε γῆς φίλον κράτος .
Κῆρυξ
620 οὐκ ἔσθ’ ὅπως λέξαιμι τὰ ψευδῆ καλὰ
621 ἐς τὸν πολὺν φίλοισι καρποῦσθαι χρόνον .
Χορός
622 πῶς δῆτ’ ἂν εἰπὼν κεδνὰ τἀληθῆ τύχοις ;
623 σχισθέντα δ’ οὐκ εὔκρυπτα γίγνεται τάδε .
Κῆρυξ
624 ἁνὴρ ἄφαντος ἐξ Ἀχαιικοῦ στρατοῦ ,
625 αὐτός τε καὶ τὸ πλοῖον . οὐ ψευδῆ λέγω .
Χορός
626 πότερον ἀναχθεὶς ἐμφανῶς ἐξ Ἰλίου ,
627 χεῖμα , κοινὸν ἄχθος , ἥρπασε στρατοῦ ;
Κῆρυξ
628 ἔκυρσας ὥστε τοξότης ἄκρος σκοποῦ ·
629 μακρὸν δὲ πῆμα συντόμως ἐφημίσω .