Ὕλλος
749 εἰ χρὴ μαθεῖν σε , πάντα δὴ φωνεῖν χρεών .
750 ὅθ’ εἷρπε κλεινὴν Εὐρύτου πέρσας πόλιν ,
751 νίκης ἄγων τροπαῖα κἀκροθίνια ,
752 ἀκτή τις ἀμφίκλυστος Εὐβοίας ἄκρον
753 Κήναιόν ἐστιν , ἔνθα πατρῴῳ Διὶ
754 βωμοὺς ὁρίζει τεμενίαν τε φυλλάδα ·
755 οὗ νιν τὰ πρῶτ’ ἐσεῖδον ἄσμενος πόθῳ .
756 μέλλοντι δ’ αὐτῷ πολυθύτους τεύχειν σφαγὰς
757 κῆρυξ ἀπ’ οἴκων ἵκετ’ οἰκεῖος Λίχας ,
758 τὸ σὸν φέρων δώρημα , θανάσιμον πέπλον ·
759 ὃν κεῖνος ἐνδύς , ὡς σὺ προυξεφίεσο ,
760 ταυροκτονεῖ μὲν δώδεκ’ ἐντελεῖς ἔχων
761 λείας ἀπαρχὴν βοῦς · ἀτὰρ τὰ πάνθ’ ὁμοῦ
762 ἑκατὸν προσῆγε συμμιγῆ βοσκήματα .
763 καὶ πρῶτα μὲν δείλαιος ἵλεῳ φρενί ,
764 κόσμῳ τε χαίρων καὶ στολῇ , κατηύχετο ·
765 ὅπως δὲ σεμνῶν ὀργίων ἐδαίετο
766 φλὸξ αἱματηρὰ κἀπὸ πιείρας δρυός ,
767 ἱδρὼς ἀνῄει χρωτί , καὶ προσπτύσσεται
768 πλευραῖσιν ἀρτίκολλος , ὥστε τέκτονος ,
769 χιτὼν ἅπαν κατ’ ἄρθρον · ἦλθε δ’ ὀστέων
770 ἀδαγμὸς ἀντίσπαστος · εἶτα φοινίας
771 ἐχθρᾶς ἐχίδνης ἰὸς ὣς ἐδαίνυτο .
772 ἐνταῦθα δὴ ’βόησε τὸν δυσδαίμονα
773 Λίχαν , τὸν οὐδὲν αἴτιον τοῦ σοῦ κακοῦ ,
774 ποίαις ἐνέγκοι τόνδε μηχαναῖς πέπλον ·
775 δ’ οὐδὲν εἰδὼς δύσμορος τὸ σὸν μόνης
776 δώρημ’ ἔλεξεν , ὥσπερ ἦν ἐσταλμένον .
777 κἀκεῖνος ὡς ἤκουσε καὶ διώδυνος
778 σπαραγμὸς αὐτοῦ πλευμόνων ἀνθήψατο ,
779 μάρψας ποδός νιν , ἄρθρον λυγίζεται ,
780 ῥιπτεῖ πρὸς ἀμφίκλυστον ἐκ πόντου πέτραν ·
781 κόμης δὲ λευκὸν μυελὸν ἐκραίνει , μέσου
782 κρατὸς διασπαρέντος αἵματός θ’ ὁμοῦ .
783 ἅπας δ’ ἀνηυφήμησεν οἰμωγῇ λεώς ,
784 τοῦ μὲν νοσοῦντος , τοῦ δὲ διαπεπραγμένου ·
785 κοὐδεὶς ἐτόλμα τἀνδρὸς ἀντίον μολεῖν .
786 ἐσπᾶτο γὰρ πέδονδε καὶ μετάρσιος ,
787 βοῶν , ἰύζων · ἀμφὶ δ’ ἐκτύπουν πέτραι ,
788 Λοκρῶν τ’ ὄρειοι πρῶνες Εὐβοίας τ’ ἄκραι .
789 ἐπεὶ δ’ ἀπεῖπε , πολλὰ μὲν τάλας χθονὶ
790 ῥίπτων ἑαυτόν , πολλὰ δ’ οἰμωγῇ βοῶν ,
791 τὸ δυσπάρευνον λέκτρον ἐνδατούμενος
792 σοῦ τῆς ταλαίνης , καὶ τὸν Οἰνέως γάμον
793 οἷον κατακτήσαιτο λυμαντὴν βίου ,
794 τότ’ ἐκ προσέδρου λιγνύος διάστροφον
795 ὀφθαλμὸν ἄρας εἶδέ μ’ ἐν πολλῷ στρατῷ
796 δακρυρροοῦντα , καί με προσβλέψας καλεῖ ·
797 παῖ , πρόσελθε , μὴ φύγῃς τοὐμὸν κακόν ,
798 μηδ’ εἴ σε χρὴ θανόντι συνθανεῖν ἐμοί ·
799 ἀλλ’ ἆρον ἔξω , καὶ μάλιστα μέν με θὲς
800 ἐνταῦθ’ ὅπου με μή τις ὄψεται βροτῶν ·
801 εἰ δ’ οἶκτον ἴσχεις , ἀλλά μ’ ἔκ γε τῆσδε γῆς
802 πόρθμευσον ὡς τάχιστα , μηδ’ αὐτοῦ θάνω .
803 τοσαῦτ’ ἐπισκήψαντος , ἐν μέσῳ σκάφει
804 θέντες σφε πρὸς γῆν τήνδ’ ἐκέλσαμεν μόλις
805 βρυχώμενον σπασμοῖσι · καί νιν αὐτίκα
806 ζῶντ’ ἐσόψεσθ’ τεθνηκότ’ ἀρτίως .
807 τοιαῦτα , μῆτερ , πατρὶ βουλεύσασ’ ἐμῷ
808 καὶ δρῶσ’ ἐλήφθης , ὧν σε ποίνιμος Δίκη
809 τίσαιτ’ Ἐρινύς τ’ . εἰ θέμις δ’ , ἐπεύχομαι ·
810 θέμις δ’ , ἐπεί μοι τὴν θέμιν σὺ προύβαλες ,
811 πάντων ἄριστον ἄνδρα τῶν ἐπὶ χθονὶ
812 κτείνασ’ , ὁποῖον ἄλλον οὐκ ὄψει ποτέ .