Χορός
470 πείθου λεγούσῃ χρηστά , κοὐ μέμψει χρόνῳ
471 γυναικὶ τῇδε κἀπ’ ἐμοῦ κτήσει χάριν .
Λίχας
472 ἀλλ’ , φίλη δέσποιν’ , ἐπεί σε μανθάνω
473 θνητὴν φρονοῦσαν θνητὰ κοὐκ ἀγνώμονα ,
474 πᾶν σοι φράσω τἀληθὲς οὐδὲ κρύψομαι .
475 ἔστιν γὰρ οὕτως ὥσπερ οὗτος ἐννέπει .
476 ταύτης δεινὸς ἵμερός ποθ’ Ἡρακλῆ
477 διῆλθε , καὶ τῆσδ’ εἵνεχ’ πολύφθορος
478 καθῃρέθη πατρῷος Οἰχαλία δόρει .
479 καὶ ταῦτα , δεῖ γὰρ καὶ τὸ πρὸς κείνου λέγειν ,
480 οὔτ’ εἶπε κρύπτειν οὔτ’ ἀπηρνήθη ποτέ ,
481 ἀλλ’ αὐτός , δέσποινα , δειμαίνων τὸ σὸν
482 μὴ στέρνον ἀλγύνοιμι τοῖσδε τοῖς λόγοις ,
483 ἥμαρτον , εἴ τι τήνδ’ ἁμαρτίαν νέμεις .
484 ἐπεί γε μὲν δὴ πάντ’ ἐπίστασαι λόγον ,
485 κείνου τε καὶ σὴν ἐξ ἴσου κοινὴν χάριν
486 καὶ στέργε τὴν γυναῖκα καὶ βούλου λόγους ,
487 οὓς εἶπας ἐς τήνδ’ , ἐμπέδως εἰρηκέναι ·
488 ὡς τἄλλ’ ἐκεῖνος πάντ’ ἀριστεύων χεροῖν
489 τοῦ τῆσδ’ ἔρωτος εἰς ἅπανθ’ ἥσσων ἔφυ .