Ἄγγελος
417 τὴν αἰχμάλωτον , ἣν ἔπεμψας ἐς δόμους , κάτοισθα δήπου ;
Λίχας
418 φημί · πρὸς τί δ’ ἱστορεῖς ;
Ἄγγελος
419 οὔκουν σὺ ταύτην , ἣν ὑπ’ ἀγνοίας ὁρᾷς ,
420 Ἰόλην ἔφασκες Εὐρύτου σπορὰν ἄγειν ;
Λίχας
421 ποίοις ἐν ἀνθρώποισι ; τίς πόθεν μολὼν
422 σοὶ μαρτυρήσει ταῦτ’ ἐμοῦ κλύειν πάρα ;
Ἄγγελος
423 πολλοῖσιν ἀστῶν · ἐν μέσῃ Τραχινίων
424 ἀγορᾷ πολύς σου ταῦτά γ’ εἰσήκουσ’ ὄχλος .
Λίχας
425 κλύειν γ’ ἔφασκον · ταὐτὸ δ’ οὐχὶ γίγνεται
426 δόκησιν εἰπεῖν κἀξακριβῶσαι λόγον .
Ἄγγελος
427 ποίαν δόκησιν ; οὐκ ἐπώμοτος λέγων
428 δάμαρτ’ ἔφασκες Ἡρακλεῖ ταύτην ἄγειν ;
Λίχας
429 ἐγὼ δάμαρτα ; πρὸς θεῶν , φράσον , φίλη
430 δέσποινα , τόνδε τίς ποτ’ ἐστὶν ξένος .
Ἄγγελος
431 ὃς σοῦ παρὼν ἤκουσεν , ὡς ταύτης πόθῳ
432 πόλις δαμείη πᾶσα , κοὐχ Λυδία
433 πέρσειεν αὐτήν , ἀλλ’ τῆσδ’ ἔρως φανείς .
Λίχας
434 ἅνθρωπος , δέσποιν’ , ἀποστήτω · τὸ γὰρ
435 νοσοῦντι ληρεῖν ἀνδρὸς οὐχὶ σώφρονος .