Λίχας
314 τί δ’ οἶδ’ ἐγώ , τί δ’ ἄν με καὶ κρίνοις ; ἴσως
315 γέννημα τῶν ἐκεῖθεν οὐκ ἐν ὑστάτοις .
Δηιάνειρα
316 μὴ τῶν τυράννων ; Εὐρύτου σπορά τις ἦν ;
Λίχας
317 οὐκ οἶδα · καὶ γὰρ οὐδ’ ἀνιστόρουν μακράν .
Δηιάνειρα
318 οὐδ’ ὄνομα πρός του τῶν ξυνεμπόρων ἔχεις ;
Λίχας
319 ἥκιστα · σιγῇ τοὐμὸν ἔργον ἤνυτον .
Δηιάνειρα
320 εἴπ’ , τάλαιν’ , ἀλλ’ ἡμὶν ἐκ σαυτῆς , ἐπεὶ
321 καὶ ξυμφορά τοι μὴ εἰδέναι σέ γ’ ἥτις εἶ .
Λίχας
322 οὔ τἄρα τῷ γε πρόσθεν οὐδὲν ἐξ ἴσου
323 χρόνῳ διήσει γλῶσσαν , ἥτις οὐδαμὰ
324 προύφηνεν οὔτε μείζον’ οὔτ’ ἐλάσσονα ,
325 ἀλλ’ αἰὲν ὠδίνουσα συμφορᾶς βάρος
326 δακρυρροεῖ δύστηνος , ἐξ ὅτου πάτραν
327 διήνεμον λέλοιπεν · δέ τοι τύχη
328 κακὴ μὲν αὐτῇ γ’ , ἀλλὰ συγγνώμην ἔχει .
Δηιάνειρα
329 δ’ οὖν ἐάσθω , καὶ πορευέσθω στέγας
330 οὕτως ὅπως ἥδιστα , μηδὲ πρὸς κακοῖς
331 τοῖς οὖσιν ἄλλην πρός γ’ ἐμοῦ λύπην λάβῃ ·
332 ἅλις γὰρ παροῦσα . πρὸς δὲ δώματα
333 χωρῶμεν ἤδη πάντες , ὡς σύ θ’ οἷ θέλεις
334 σπεύδῃς , ἐγώ τε τἄνδον ἐξαρκῆ τιθῶ .