Χορός
1116 πότμος , πότμος σε δαιμόνων τάδ’ ,
1117 οὐδὲ σέ γε δόλος ,
1118 ἔσχεν ὑπὸ χειρὸς ἀμᾶς . στυγερὰν ἔχε
1120 δύσποτμον ἀρὰν ἐπ’ ἄλλοις .
1121 καὶ γὰρ ἐμοὶ τοῦτο μέλει , μὴ φιλότητ’ ἀπώσῃ .
Φιλοκτήτης
1123 οἴμοι μοι , καί που πολιᾶς
1124 πόντου θινὸς ἐφήμενος
1125 ἐγγελᾷ , χερὶ πάλλων
1126 τὰν ἐμὰν μελέου τροφάν ,
1127 τὰν οὐδείς ποτ’ ἐβάστασεν .
1128 τόξον φίλον , φίλων
1129 χειρῶν ἐκβεβιασμένον ,
1130 που ἐλεινὸν ὁρᾷς , φρένας εἴ τινας
1131 ἔχεις , τὸν Ἡράκλειον
1132 ἄρθμιον ὧδέ σοι
1133 οὐκέτι χρησόμενον τὸ μεθύστερον ,
1134 ἄλλου δ’ ἐν μεταλλαγᾷ
1135 πολυμηχάνου ἀνδρὸς ἐρέσσει ,
1136 ὁρῶν μὲν αἰσχρὰς ἀπάτας , στυγνὸν δὲ φῶτ’ ἐχθοδοπόν ,
1137 μυρί’ , ἀπ’ αἰσχρῶν ἀνατέλλονθ’ , ὃς ἐφ’ ἡμῖν κάκ’ ἐμήσατ’ , Ζεῦ .
Χορός
1140 ἀνδρός τοι τὰ μὲν ἔνδικ’ αἰὲν εἰπεῖν ,
1141 εἰπόντος δὲ μὴ φθονερὰν
1142 ἐξῶσαι γλώσσας ὀδύναν .
1143 κεῖνος δ’ εἷς ἀπὸ πολλῶν
1144 ταχθεὶς τῶνδ’ ἐφημοσύνᾳ
1145 κοινὰν ἤνυσεν ἐς φίλους ἀρωγάν .