Νεοπτόλεμος
730 ἕρπ’ , εἰ θέλεις . τί δή ποθ’ ὧδ’ ἐξ οὐδενὸς
731 λόγου σιωπᾷς κἀπόπληκτος ὧδ’ ἔχει ;
Φιλοκτήτης
732 ἀᾶ , ἀᾶ .
Νεοπτόλεμος
733 τί δ’ ἔστιν ;
Φιλοκτήτης
οὐδὲν δεινόν · ἀλλ’ ἴθ’ , τέκνον .
Νεοπτόλεμος
734 μῶν ἄλγος ἴσχεις τῆς παρεστώσης νόσου ;
Φιλοκτήτης
735 οὐ δῆτ’ ἔγωγ’ , ἀλλ’ ἄρτι κουφίζειν δοκῶ . θεοί .
Νεοπτόλεμος
736 τί τοὺς θεοὺς ὧδ’ ἀναστένων καλεῖς ;
Φιλοκτήτης
737 σωτῆρας αὐτοὺς ἠπίους θ’ ἡμῖν μολεῖν . ἀᾶ , ἀᾶ .
Νεοπτόλεμος
740 τί ποτε πέπονθας ; οὐκ ἐρεῖς , ἀλλ’ ὧδ’ ἔσει
741 σιγηλός ; ἐν κακῷ δέ τῳ φαίνει κυρῶν .
Φιλοκτήτης
742 ἀπόλωλα , τέκνον , κοὐ δυνήσομαι κακὸν
743 κρύψαι παρ’ ὑμῖν , ἀτταταῖ · διέρχεται
744 διέρχεται . δύστηνος , τάλας ἐγώ .
745 ἀπόλωλα , τέκνον · βρύκομαι , τέκνον · παπαῖ ,
746 ἀπαππαπαῖ , παπαππαπαππαπαππαπαῖ .
747 πρὸς θεῶν , πρόχειρον εἴ τί σοι , τέκνον , πάρα
748 ξίφος χεροῖν , πάταξον εἰς ἄκρον πόδα ·
749 ἀπάμησον ὡς τάχιστα · μὴ φείσῃ βίου . ἴθ’ , παῖ .