Νεοπτόλεμος
453 ἐγὼ μέν , γένεθλον Οἰταίου πατρός ,
454 τὸ λοιπὸν ἤδη τηλόθεν τό τ’ Ἴλιον
455 καὶ τοὺς Ἀτρείδας εἰσορῶν φυλάξομαι ·
456 ὅπου δ’ χείρων τἀγαθοῦ μεῖζον σθένει
457 κἀποφθίνει τὰ χρηστὰ χὠ δειλὸς κρατεῖ ,
458 τούτους ἐγὼ τοὺς ἄνδρας οὐ στέρξω ποτέ ·
459 ἀλλ’ πετραία Σκῦρος ἐξαρκοῦσά μοι
460 ἔσται τὸ λοιπόν , ὥστε τέρπεσθαι δόμῳ .
461 νῦν δ’ εἶμι πρὸς ναῦν · καὶ σύ , Ποίαντος τέκνον ,
462 χαῖρ’ ὡς μέγιστα , χαῖρε · καί σε δαίμονες
463 νόσου μεταστήσειαν , ὡς αὐτὸς θέλεις .
464 ἡμεῖς δ’ ἴωμεν , ὡς ὁπηνίκ’ ἂν θεὸς
465 πλοῦν ἡμὶν εἴκῃ , τηνικαῦθ’ ὁρμώμεθα .
Φιλοκτήτης
466 ἤδη , τέκνον , στέλλεσθε ;
Νεοπτόλεμος
καιρὸς γὰρ καλεῖ
467 πλοῦν μὴ ’ξ ἀπόπτου μᾶλλον ’γγύθεν σκοπεῖν .