Νεοπτόλεμος
343 ἦλθόν με νηὶ ποικιλοστόλῳ μέτα
344 δῖός τ’ Ὀδυσσεὺς χὠ τροφεὺς τοὐμοῦ πατρός ,
345 λέγοντες , εἴτ’ ἀληθὲς εἴτ’ ἄρ’ οὖν μάτην ,
346 ὡς οὐ θέμις γίγνοιτ’ , ἐπεὶ κατέφθιτο
347 πατὴρ ἐμός , τὰ πέργαμ’ ἄλλον μ’ ἑλεῖν .
348 ταῦτ’ , ξέν’ , οὕτως ἐννέποντες οὐ πολὺν
349 χρόνον μ’ ἐπέσχον μή με ναυστολεῖν ταχύ ,
350 μάλιστα μὲν δὴ τοῦ θανόντος ἱμέρῳ ,
351 ὅπως ἴδοιμ’ ἄθαπτον · οὐ γὰρ εἰδόμην ·
352 ἔπειτα μέντοι χὠ λόγος καλὸς προσῆν ,
353 εἰ τἀπὶ Τροίᾳ πέργαμ’ αἱρήσοιμ’ ἰών .
354 ἦν δ’ ἦμαρ ἤδη δεύτερον πλέοντί μοι ,
355 κἀγὼ πικρὸν Σίγειον οὐρίῳ πλάτῃ
356 κατηγόμην · καί μ’ εὐθὺς ἐν κύκλῳ στρατὸς
357 ἐκβάντα πᾶς ἠσπάζετ’ , ὀμνύντες βλέπειν
358 τὸν οὐκέτ’ ὄντα ζῶντ’ Ἀχιλλέα πάλιν .
359 κεῖνος μὲν οὖν ἔκειτ’ · ἐγὼ δ’ δύσμορος
360 ἐπεὶ ’δάκρυσα κεῖνον , οὐ μακρῷ χρόνῳ
361 ἐλθὼν Ἀτρείδας πρὸς φίλους , ὡς εἰκὸς ἦν ,
362 τά θ’ ὅπλ’ ἀπῄτουν τοῦ πατρὸς τά τ’ ἄλλ’ ὅσ’ ἦν .
363 οἱ δ’ εἶπον , οἴμοι , τλημονέστατον λόγον ·
364 σπέρμ’ Ἀχιλλέως , τἄλλα μὲν πάρεστί σοι
365 πατρῷ’ ἑλέσθαι , τῶν δ’ ὅπλων κείνων ἀνὴρ
366 ἄλλος κρατύνει νῦν , Λαέρτου γόνος .
367 κἀγὼ δακρύσας εὐθὺς ἐξανίσταμαι
368 ὀργῇ βαρείᾳ , καὶ καταλγήσας λέγω ·
369 σχέτλι’ , ’τολμήσατ’ ἀντ’ ἐμοῦ τινι
370 δοῦναι τὰ τεύχη τἀμά , πρὶν μαθεῖν ἐμοῦ ;
371 δ’ εἶπ’ Ὀδυσσεύς , πλησίον γὰρ ὢν κυρεῖ ,
372 ναί , παῖ , δεδώκασ’ ἐνδίκως οὗτοι τάδε ·
373 ἐγὼ γὰρ αὔτ’ ἔσωσα κἀκεῖνον παρών .
374 κἀγὼ χολωθεὶς εὐθὺς ἤρασσον κακοῖς
375 τοῖς πᾶσιν , οὐδὲν ἐνδεὲς ποιούμενος ,
376 εἰ τἀμὰ κεῖνος ὅπλ’ ἀφαιρήσοιτό με .
377 δ’ ἐνθάδ’ ἥκων , καίπερ οὐ δύσοργος ὤν ,
378 δηχθεὶς πρὸς ἁξήκουσεν ὧδ’ ἠμείψατο ·
379 οὐκ ἦσθ’ ἵν’ ἡμεῖς , ἀλλ’ ἀπῆσθ’ ἵν’ οὔ σ’ ἔδει ·
380 καὶ ταῦτ’ , ἐπειδὴ καὶ λέγεις θρασυστομῶν ,
381 οὐ μήποτ’ ἐς τὴν Σκῦρον ἐκπλεύσῃς ἔχων .
382 τοιαῦτ’ ἀκούσας κἀξονειδισθεὶς κακὰ
383 πλέω πρὸς οἴκους , τῶν ἐμῶν τητώμενος
384 πρὸς τοῦ κακίστου κἀκ κακῶν Ὀδυσσέως .
385 κοὐκ αἰτιῶμαι κεῖνον ὡς τοὺς ἐν τέλει ·
386 πόλις γάρ ἐστι πᾶσα τῶν ἡγουμένων
387 στρατός τε σύμπας · οἱ δ’ ἀκοσμοῦντες βροτῶν
388 διδασκάλων λόγοισι γίγνονται κακοί .
389 λόγος λέλεκται πᾶς · δ’ Ἀτρείδας στυγῶν
390 ἐμοί θ’ ὁμοίως καὶ θεοῖς εἴη φίλος .